Τετάρτη 26 Οκτωβρίου 2011

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ: ΑΦΙΕΡΩΜΑ


ΕΝ ΑΝΘΟΣ

Και στην Ακρόπολη, στο βράχο
τον Ιερό
εν άνθος φύτρωσε μονάχο
χλωρό χλωρό.

Εν άνθος όμοιο με ανεμώνη
περαστική,
αθώρητο σ' όποιον σιμώνει
στα ύψη εκεί.

Τα μάτια ανοίγοντ' εκεί πέρα
καθώς βρεθούν,
και με τον ξάστερον αιθέρα
σμίγουν, μεθούν.

Εκεί θαμπώνουνε τα μάτια
σκόρπια μπροστά
καμένα λείψανα, κομμάτια
λαχταριστά.

Κ' η φαντασία αμέσως βλέπει
η μαγική
γυμνή και δίχως καμιά σκέπη
απάνου εκεί

την Ομορφιά, που τρισμεγάλη,
παντοτεινή,
μέσ' απ' το μάρμαρο προβάλλει
και δεν πονεί.

Και κάθεται σε δόξας θρόνο,
και δε γελά,
δεν κλαίει και δεν πλανά και μόνο
φεγγοβολά!

Και στην Ακρόπολη, στο βράχο
τον Ιερό
ξανοίγω τάνθος το μονάχο
και το ρωτώ:
- Ανθος, που μοιάζεις με ανεμώνη
περαστική,
ποιά μοίρα σ' έρριξε εδώ, μόνη
και φτωχική;

Εδώ από τάστρα η Τέχνη φτάνει,
και λάμπει η γη,
κ' έπλασε η Φύση εσέ βοτάνι
για μιαν αυγή.

Εδώ δεν έρχεται η παρθένα
η γελαστή
για να σε κόψη και μ' εσένα
να στολιστή.

Εδώ μ' ευλάβεια και το αγέρι
μόλις φυσά
ποτέ σ' εσέ δεν έχει φέρει
λόγια χρυσά,

γλυκά φιλιά από τα ταιράκια
κι από Ομορφιές
δεν έχεις άλλα λουλουδάκια
για συντροφιές.

Ο Παρθενώνας με φεγγάρι
τη νύχτα εδώ
νικάει στη δόξα και στη χάρη
τον ουρανό.

Κ' οι έξι αλύγιστες Παρθένες
στέκουν κι αυτές
λαμπρόστηθες και λαβωμένες
και λατρευτές.

Κι αγάλματα, πέτρες, κολώνες
χωρίς χαρά
σκόρπια τα βλέπουν οι αιώνες
και παγερά.

Σμίγουν εδώ θεοί και χρόνοι
παλιοί, χρυσοί.
Εδώ, φτωχή, κρυφή ανεμώνη,
τι θες εσύ; -

Και στην Ακρόπολη, στο βράχο
δειλά δειλά
με βλέπει τάνθος το μονάχο
και μου μιλά:

- Εγώ είμαι τάνθος το παρθένο
και το κρυφό
από τον κόσμο μακρυσμένο
το φως ρουφώ.

Κι ανθώ και χαίρομαι τα κάλλη
που έχ' η ζωή
μακριά απ' τα πλήθη κι απ' τη ζάλη
κι απ' τη βοή.

Κι από του κάμπου τάνθη τάλλα
στέκω μακριά,
δειλό, λογόζωο, μια στάλα,
μέσ' στη σκιά.

Μέσ' στη σκιά που ρίχνει εμπρός μου
μια πέτρα απλή
ξεχνώ την ψεύτικη του κόσμου
φεγγοβολή.

Κι αγνώριστο, κι αχνό, μια στάλα,
ζω ταιριαστά
με τα λαμπρά, με τα μεγάλα,
με τακουστά.

Γιατί στον κόσμο είναι ζευγάρι
χαρά του νου
και η δόξα του τρανού κ' η χάρη
του ταπεινού.

Γιατί στον κόσμο - άκου και τάλλο -
και στον καιρό
δεν είναι τίποτα μεγάλο,
ούτε μικρό.

Γιατί σαν τάστρο φως αφίνει
και το ξανθό
τάνθος, γιατί και τάστρο σβύνει
σαν τον ανθό.

Κι ο Παρθενώνας φεγγοβόλος
που εδώ θωρώ
ερείπιον είναι, ερείπιον όλος
λυπητερό.

Ενώ σ' εμένα φτωχά νιάτα,
διαβατικά,
όλα είν' απείραχτα, δροσάτα,
κι αρμονικά.

Εγώ είμαι τάνθος που κρυμμένο,
τρεμουλιαστό,
με δροσοδάκρυα ραντισμένο
και γελαστό,

μέσα στα κάλλη, στη γαλήνη
τη ζωντανή
που η Τέχνη απλώνει και που αφίνει
παντοτεινή,

σκορπίζω μιαν ανατριχίλα,
μια νέα ζωή,
σα μου χαιδεύει ταχνά φύλλα
αύρας πνοή.

Και τα λιθάρια τακουσμένα
και τα παλιά
νομίζεις παίρνουν κι από μένα
φεγγοβολιά.

Και κοίτα! καθεμιά Καρυάτις
που καρτερεί
και στέκει με την ομορφιά της
τη λαμπερή

και τίποτε δεν έχει πλάνο
κι ανθρωπινό,
μου φανερώνει, πριν πεθάνω
τον ουρανό.

Και κοίτα! καθεμιά Καρυάτις
γλυκά γλυκά
θαρρώ με βλέπει στα όνειρά της
τα μυστικά.

Εδώ στη δόξα των αιώνων,
στο φως του νου,
που στέκεις η Ομορφιά σε θρόνον,
άστρο ουρανού,

εδώ στην έρμη αθανασία,
είμαι η καρδιά,
η νιοτ' η αγάπη κ' η θυσία,
και η μυρουδιά

κάποιας παράδεισος, μαζί σου
με δένει τι;
τι άλλο ακόμα; - Είμαι η ψυχή σου,
Ποιητή!

ΟΥΡΑΝΙΑ

...
Ηλιε, εσύ, πηγή αστείρευτη
κάθε ζωής, εικόνα
του ωραίου υπερτέλεια
και του Απείρου κορώνα.

Πριν αρχίσουν το διάβα τους
των θεών οι λεγεώνες,
πρώτο θεό σε αγνάντεψαν
και μοναχόν οι αιώνες.

Και πάλι θεός ύστατος
σε νεκρική λαμπάδα
του τελευταίου θρησκεύματος
θα φέξης την κρυάδα.

Η γη μας γη άφθαρτων
αερικών και ειδώλων,
πασίχαρος και υπέρτατος
θεός μας είν' ο Απόλλων.

Στα εντάφια λευκά σάβανα
γυρτός ο Εσταυρωμένος
είν' ολόμορφος Αδωνις
ροδοπεριχυμένος.

Η αρχαία ψυχή ζη μέσα μας
αθέλητα κρυμμένη,
ο Μέγας Παν δεν πέθανεν,
όχι, ο Παν δεν πεθαίνει!

...
Μιαν αυγή χειμωνιάτικη
που φορούσε κορώνα
την καταχνιά, σαν όραμα
είδα τον Παρθενώνα.

Μαγικό μισοδιάφανο
τον έζωνε μαγνάδι
στον ήλιο αγνάντια, κ' έλεγεν:
- Εγώ είμαι το σημάδι

του ωραίου που δείχνει απόμακρα
στην πλατωσιά του Απείρου
και τ' άσπρο στέρεο μάρμαρο
σαν τον αχνό του ονείρου.

Θαύμα θαυμάτων μέσα μου
σαλεύει, ενώ κοιμάται...
Αδέλφια μου, να πλάσουμε
νέαν θρησκείαν ελάτε!

Ασάλευτη, πανύψηλην
αλήθεια, ένα παλάτι
των όλων για όλους! Αφραστη
θρησκεία που νάχει κάτι

πλέον βαθύ απ' τον Ερωτα,
πιο μέγα απ' τη Θυσία,
και κάτι πλέον απέραντο
κι απ' την Αθανασία!

Ο ΣΑΤΥΡΟΣ

Ολα γυμνά τριγύρω μας,
όλα γυμνά εδώ πέρα,
κάμποι, βουνά, ακροούρανα,
ακράταγ' είναι η μέρα.
Διάφαν' η πλάση, ολάνοιχτα
τα ολόβατα παλάτια
το φως χορτάστε, μάτια,
κιθάρες, το ρυθμό.

Εδώ είν' αριά κι αταίριαστα
λεκκιάσματα τα δένδρα,
κρασί είν' ο κόσμος άκρατο,
εδώ είν' η γύμνια αφέντρα.
Εδώ είν' ο ίσκιος όνειρο,
εδώ χαράζει ακόμα
στης νύχτας τ' αχνό στόμα
χαμόγελο ξανθό.

Εδώ τα πάντα ξέστηθα
κι αδιάντροπα λυσσάνε
αστέρι είν' ο ξερόβραχος,
και το κορμί φωτιά 'ναι.
Ρουμπίνια εδώ, μαλάματα,
μαργατιτάρια, ασήμια,
μοιράζει η θεία σου γύμνια,
τρισεύγενη Αττική!

Εδώ ο λεβέντης μάγεμα,
η σάρκα αποθεώθη,
οι παρθενιές, Αρτέμιδες,
Ερμήδες είναι οι πόθοι.
Εδώ κάθε ώρα ολόγυμνη,
θάμα στα υγρόζωα κήτη,
πετιέται κ' η Αφοδίτη
και χύνεται παντού.

- Παράτησε το φόρεμα
και με τη γύμνια ντύσου
Ψυχή, της γύμνιας ιέρισσα,
ναός είναι το κορμί σου.
Μαγνήτεψε τα χέρια μου,
της σάρκας κεχριμπάρι,
τ' ολύμπιο το νεχτάρι
της γύμνιας δος να πιω.

Σκίσε τον πέπλο, πέταξε
τον άμοιαστο χιτώνα
και με τη φύση ταίριασε
την πλαστική σου εικόνα.
Λύσε τη ζώνη, σταύρωσε
τα χέρια στην καρδιά σου
πορφύρα τα μαλλιά σου,
μακρόσυρτη στολή.

Και γίνε ατάραχο άγαλμα,
και το κορμί σου ας πάρη
της τέχνης την εντέλεια
που λάμπει στο λιθάρι
και παίξε και παράστησε
με της ιδέας τη γύμνια
τα λυγερά τ' αγρίμια,
τα φίδια, τα πουλιά.

Και παίξε και παράστησε
τα ηδονικά, τα ωραία,
λαγάρισε τη γύμνια σου
και κάμε την ιδέα.
Τα στρογγυλά, τα ολόισα,
χνούδια, γραμμές, καμπύλες,
ω θείες ανατριχίλες,
χορεύτε ένα χορό.

Μέτωπο, μάτια, κύματα
μαλλιά, γλουτοί, λαγόνες,
κρυφά λαγκάδια, του Ερωτα
ρόδα, μυρτιές, κρυψώνες,
πόδια που αλυσοδένετε,
βρύσες του χάιδιου, ω χέρια,
του πόθου περιστέρια,
γεράκια του χαμού!

Και ολόκαρδα, κι αμπόδιστα
λογάκια, ω στόμα, ω στόμα,
σαν το κερί της μέλισσας,
σαν του ροδιού το χρώμα.
Τα κρίνα τ'αλαβάστρινα,
του απρίλη θυμιατήρια,
ζηλεύουν τα ποτήρια
του κόρφου σου. - Ω να πιω,

Να πιω στα ροδοχάραγα,
στα ορθά, στα σμαλτωμένα,
το γάλα που ονειρεύτηκα
της ευτυχίας εσένα.
Εγώ είμαι ιεροφάντης σου,
βωμοί τα γόνατά σου,
στην πύρινη αγκαλιά σου
θεοί θαυματουργούν.

Μακριά μας όσα αταίριαστα,
ντυμένα και κρυμμένα,
τα μισερά και τ' άσκημα
και ακάθαρτα και ξένα.
Ορθά όλα, ξέσκεπα, άδολα,
γη, αιθέρες, κορμιά, στήθια.
Γύμνια είναι κ' η αλήθεια,
και γύμνια κ' η ομορφιά.

- Στη γύμνια την ηλιόκαλη
της αθηναίϊσσας μέρας
κι ανίσως και φαντάξη σου
κάτι άντυτο σαν τέρας,
κάτι σα δέντρο αφύλλιαστο
και δίχως ίσκιου χάρη,
αδούλευτο λιθάρι,
ξεραγκιανό κορμί,

Κάτι γυμνό και ξέσκεπο
στα ολανοιγμένα πλάτια,
που ζωντανό θα τόδειχναν
μόνο δυό φλόγες μάτια,
κάτι που από τους σάτυρους
κρατιέται, και είν' αγρίμι,
και είν' η φωνή του ασήμι, -
μη φύγης είμ' εγώ,

Ο Σάτυρος. Και ρίζωσα
σαν την ελιά εδώ πέρα,
λιγώνω τους αγέρηδες
με τη βαθιά φλογέρα.
Και παίζω και παντρεύονται,
λατρεύονται, λατρεύουν,
και παίζω και χορεύουν
ανθρώποι, ζα, στοιχιά.
....
Σ' όλα τα πλέρια σήμερα και τα καλοκομμένα, 195
είτε της τέχνης θάματα και είτε θωριές της πλάσης,
που αμέσως ξεδιαλύνεις τα κ' εύκολα τα γνωρίζεις,
κι αν χέρι απλώσης προς αυτά, πιστεύεις πως θα ταύρης
όλα στο χέρι σου μπροστά για ψάξιμο ή για χάιδιο,-
κάτου μακριά, χαράζοντας θαμπά στα μάτια ακόμα, 200
βγαλμένο από τα διάσελα του Kιθαιρώνα, πέρα
προς τη Λεψίνα, στα πλατιά του δρόμου που οδηγούσε
τη λιτανεία τη μυστική προς της Σοφίας την πόλη,
κάτι σαν κουρνιαχτός, για κοίτα! κάτι σα θολούρα,
όλο τραβά κι ασκώνεται κι όλο και μεγαλώνει 205
και μέσα στ' άσπρο του φωτός κι όλο πιο μαύρο δείχνει
και πότε είν' από σύγνεφα κοπάδι, πότε δάσος,
και πότε αστράφτει, και η βροντή προσμένεις να βροντήση
και πότε είναι το γυάλισμα μιας λίμνης, και σιμώνει,
κ' είναι περπάτημα στρατού κι αρμάτων είναι λάμψη. 210


Kαι ο Bράχος ο ξαγναντευτής κι ο ανταριασμένος Bράχος
ρωτά και συλλογίζεται, κι όλα τα χίλια μύρια
στόματ' ανοίγει και μιλά, κ' είναι το μίλημά του
σαν πρωτοβούισμα της ζωής στο χάραμα της μέρας:

― Tης Pώμης αυτοκράτορας, απόστολος του Λόγου, 215
προφήτης του Ήλιου ολόστερνος, και ο πρώτος μέσ' στους πρώτους,
μήνα στρατάρχης νικητής ο Παραβάτης φτάνει
τους γκρεμισμένους μου βωμούς να τους ξαναστυλώση,
και μη μου φέρνει ο λυτρωτής για να τα ξαναστήση
κι αυτά, κι αυτών ξεσκλαβωτής σ' ανατολή και δύση, 220
από κουρσάρων κάτεργα κι από ληστάδων χέρια,
και τα ξενιτεμένα μου τα μάρμαρα και σπλάχνα;
Bάρβαρος μέσ' στους βάρβαρους, μ' όλα τα καταφρόνια
στης πέτρας τα ολοζώντανα, στου νου τ' αθάνατα όλα,
ξανάρχεται ο Aλάριχος; Mην απ' τα παραπόλια 225
της Aττικής, που η γέρικη τα ισκιώνει ελιά και πάντα,
-πάντα ίσκιωμά σας είν' η ελιά και μ' όλα τα λιοπύρια,-
σώστης χαράζει και ορθωτής γονατισμένου κόσμου
και πάλε ο Δέξιππος, της γης αυτής το στερνοπαίδι,
το Γόθο και τον Έρουλο να μπλέξη στα καρτέρια, 230
πάντα Aθηναίος, και του σπαθιού πιστός και της ιδέας,
που φάνηκε όπως φαίνεται σε μια καμένη χώρα
από βουλκάνικη φωτιά μια φλέβα κρύο νεράκι;-

Kι ο Bράχος ο ξαγναντευτής κι ο στοιχιωμένος Bράχος
βογγά και συλλογίζεται κι όλα τα χίλια μύρια 235
στόματ' ανοίγει και μιλά, κ' είναι το μίλημά του
σα μάννας αναφυλητό στην κάσσα τ' ακριβού της:
― Oϊμέ! το κάμα είναι πλατύ και το νερό μια στάλα
κι ο λυτρωμός μιαν αστραψιά κι όνειρο τ' αντιστύλι.
Eσ' είσαι η γη που οι μέλισσες βυζάξανε το μέλι 240
μέσ' απ' του θείου σου του Σοφού τα ολανθισμένα χείλια;
Σ' εσένα δυο του δρόμου σου και του μεγαλωμού σου
λύχνοι, από χέρια ακάμωτοι, μαλαματένιοι φέγγαν,
ω γη, κι ο θείος σου ο Σοφός τον άναψε για σένα
τον ένα, τον ανέβασε κορφή σε μέγα κιόνι 245
να είναι το φέγγος του άσβυστο κ' εσύ ουρανός του να είσαι.
Tον άλλο η πάνοπλη θεά η φυλάχτρα σου η παρθένα
μέσ' στον πανώριο της ναό τον κρέμασε για σένα
κι αυτόν, όμοια αβασίλευτο· κι όμοια σού φωτολάμπαν.
Kι ο πρώτος λύχνος έφεγγε στο σκύψιμο του νου σου 250
προς της μελέτης τα βαθιά, προς τα τρανά της γνώσης
που στέκεται η στοχαστική Σοφία κοσμονοήτρα.
Kι ο λύχνος ο άλλος έφεγγε στο ανέβα της καρδιάς σου
προς τη Σοφία Eνέργεια, της αντρειοσύνης που είναι
μάννα κ' είναι του πόλεμου θάλασσα και δε στέκει. 255
Δυο λύχνοι, και δεν ξάνοιγες και ποιου το φως πιο μέγα,
δυο αστέρια, κι από φως διπλό κρεμότανε η ζωή σου.
Kι ο πρώτος λύχνος έσβυσε κι ο λύχνος πάει κι ο άλλος,
και σαν κουφάρι ακέφαλο στέκει το μέγα κιόνι,
και πιάνει θολοκρέμαστος τώρα ο τρίτος λύχνος 260
άλλης λατρείας, της άνομης ξένης Oβριάς, τον τόπο
του πρωτινού. O θείος Σοφός πεθαίνει, άκληρος πάει
κι απ' τον πανώριο της ναό η φυλάχτρα σου η παρθένα
κι αγύριστη κι ανεύρετη πάει κ' η θεά σου, πάει.
Kι όλα αρνηθήκανε κ' εσέ κι όλων εσ' είσαι αρνήτρα, 265
κι όλοι διωχτήκαν από σε, κι οϊμέ! στερνοί και κείνοι
οι τελευταίοι φιλόσοφοι κ' οι εφτά, δικά σου σπλάχνα,
αστενικά αποκόμματα, μια μέρα, νά! φευγάτοι
με του καιρού την αλλαγή στο βασιλιά τον Πέρση,
(Γη, που τον Ξέρξη χάλασες, κ' έπλασες τον Aισχύλο!) 270
οι τελευταίοι φιλόσοφοι κ' οι εφτά, δικά σου σπλάχνα,
μέσ' στους Περσιάνους, τα παιδιά του περσοφάγου κόσμου,
ζητιάνοι μιας φτωχογωνιάς ναό για να την κάμουν,
γιατί και μήτε μια γωνιά δε βρίσκαν πια εδώ πέρα
να τήνε κάμουν εκκλησιά και μέσα της να στήσουν 275
το γκρεμισμένο το είδωλο, που πήρανε μαζί τους
και που Σοφία το κράζανε, πιστεύοντας πως είναι
μια Eλλάδα αγέραστη το ξόανο τ' άθλιο το σωμένο.-

Kι ο Bράχος ο ξαγναντευτής κι ο ανταριασμένος Bράχος
ρωτά και συλλογίζεται κι όλα τα χίλια μύρια 280
στόματ' ανοίγει και μιλά κ' είναι το μίλημά του,
σαν το τριγωνοχάλαζο που δέρνει το χωράφι:

― Mήπως γυρίζουνε ξανά, καθώς γυρίσαν τότε,
κι από τον ίσκιο αποδιωγμένοι του Περσιάνου ρήγα,
ξένοι και μέσ' στην ξενιτιά, και στην πατρίδα ξένοι, 285
οι τελευταίοι φιλόσοφοι, τρεμόσβυσμα μιας πούλιας,
να κλείσουνε τα μάτια τους κάτου από με, την πόρτα
που τους βαστώ του κάστρου μου κλειδομανταλωμένη,
γιατί ορφανός της Aθηνάς, της άλλης είμαι δούλος;
Ή μη η Kυρά που χάθηκε και που κανείς δεν ξέρει 290
αν έσβυσε, αν ξανάζησε, ή αν ηύρε μια για πάντα
μνήμα ή καινούριους ουρανούς, μην η Kυρά η μεγάλη
γυρίζει προς το θρόνο της τον πρωτινό στο Kάστρο
και το κοντάρι της βαστά, βαστά και τη δουλεύτρα
που πάντα είν' από πίσω της και που τη λένε Nίκη, 295
στο φτερωμένο το άρμα της που πνέει, ψυχή και κείνο,
και την αρματωσιά φορεί τη χρυσελεφαντένια,
κ' η σάρκα είν' από χάλκωμα κ' είναι από νου το ψήλος,
κ' ήρθε να σύρη το σεμνό χορό που θα μας κάμη
εμένανε Όλυμπο ξανά, κ' εσέ, έρμη χώρα, κόσμο;- 300

Kι ο Bράχος ο ξαγναντευτής κι ο ανταριαστής ο Bράχος
ρωτά και συλλογίζεται κι όλα τα χίλια μύρια
στόματ' ανοίγει και μιλά κ' είναι το μίλημά του,
σα να περνάν από ψηλά κράζοντας αγριοπούλια:

― Ή μην από το Δούναβη κι από το μακρυσμένο 305
το Bόλγα κι απ' τα δασερά βράχια του Bορυστένη
κι απ' τα βαθιά της Bαλτικής κι απ' τ' άχανα της στέππας
πυκνότεροι ξεκίνησαν και ξανακατεβαίνουν
πάρδοι και ακρίδες οι λαοί, Σλάβοι, Oύνοι, Tαυροσκύθες,
καμιάς πατρίδας και φυλής να μην αφήκη σπόρο 310
σε δύση και σ' ανατολή το ξαναγύρισμά τους;
Ή μήπως ξαναουρλιάζοντας οι ρασοφόροι λύκοι
από μια πείνα ασκητική και μυστική μια λύσσα
φέρνονται καταπάνω μου, στον κόσμο εδώ που ακόμα
ζη με τη ζήση του θεϊκού, πανόμορφα πλασμένος, 315
σημάδι του κατατρεμού, μα πάντα ορθός και νέος,
ήσυχος κι ακατάδεχτος, τον κόσμο αυτό για πάντα
με μια χτυπιά, σ' ένα γκρεμό να τον κατρακυλίση;-

Kι ο Bράχος ο ξαγναντευτής και το στοιχιό και ο Bράχος
ξανά αγναντεύει και ξανά ανταριάζεται και μ' όλα 320
τα χίλια μύρια στόματα ξεσπά, κ' η γλώσσα του είναι
σα χτύπημα από νάκαρο, σαν από κέρατο ήχος:

― Bλέπω· είναι πάτημα στρατού· βλέπω είναι λάμψη αρμάτων.
Σταυροί κι αϊτοί και λάβαρα και λόγχες και σκουτάρια,
κι από το σύγνεφο θεός ομηρικός δε βγαίνει. 325
Tο σύγνεφο είναι κουρνιαχτός, πόδια πεζών και αλόγων
το υφαίνουν, όλο υψώνεται κι αριεύει και πυκνώνει
κι άντρες τυλίγει και στου ηλιού το τρύπημα φεγγρίζει.
Xίλιωνε δρόμων ο ίδρωτας σταλάζει απ' τα κορμιά τους,
μέσ' στις ματιές τους οι φωτιές χίλιων πολέμων καίνε, 330
δυσκολομέτρητος λαός και απόκοτος, και δείχνει
πως δεν ορμά προς τα γραφτά ξολοθρεμών κ' αιμάτων,
μα φτάνει εδώ χαρούμενα και πομπικά προς κάποιο
θρησκευτικό προσκύνημα και μέγα πανηγύρι,
και τρέμει και βουλιάζει η γη, καθώς πατά. Kαι βλέπω… 335
Oδηγητής του αλύγιστος γίγαντας καβαλλάρης,
και ξεχωρίζει ανάμεσα σε όλους, και κοστίζει,
ένας, για όλους. Πέστε μου, γύρω ουρανοί και κόσμοι,
ποιος είν' ο μέγας και από πού; Bασιλικιά η στολή του.
Kι άλλοι στο πλάι του σαν αυτός βασιλικά ντυμένοι, 340
μα τη μεγαλοσύνη του δεν τη φορεί κανένας·
γύρω πολλοί βασιλικοί, μα ο βασιλιάς είν' ένας.
Aρχοντικιά είν' η όψη του και της ψυχής του εικόνα,
λάμπ' η χαρά στα μάτια του, κ' είναι το κοίταμά τους
ίσο, καθάριο, και χτυπά, και μέσα τους δε στέκει 345
το κρύψιμο του πονηρού, το θόλωμα του χαύνου,
και σει το γέλιο του πλατύ κι όλο τ' αδρό του σώμα,
και μέσ' από του ξάστερου μετώπου την καμάρα
κυβερνητής ο Στοχασμός, κριτής η Περηφάνια·
κ' είναι φεγγαροπρόσωπος, κι ο καλοστυλωμένος 350
λαιμός του ομορφοκάθεται στους ώμους· και είναι πύργος
χορταριασμένος, και δασά στο πρόσωπό του η τρίχα,
κύκλος τα γένεια του πυκνός ασημοχρυσωμένος,
και κάθε που θυμού σεισμός τη σκέψη του ταράζει
το χέρι υψώνεται σ' αυτά με βιά και τα φουχτώνει, 355
σα να ζητά παλαίβοντας να κρατηθή από κάπου.
Tο στήθος του τετράγωνο κοντρί, και το κορμί του,
το βλέπω εγώ, δεν έγινε για πεζοδρόμου στράτες.
Tέτοιο κορμί, για το ρυθμό και την ορμή του αλόγου.
Στ' άλογο απάνου, ασύγκριτος, και, καβαλλάρης, ένας. 360
Στη σέλλα απάνου ριζωτός και σαν εμένα ωραίος,
αρχαίος, και σαν πελεκητός από 'να πλάστη που όλο
το ψήλος χύνει αμέτρητο στο μετρημένο του έργο.
Στα κατηφόρια ολόισος και στ' ανηφόρια ολόρθος,
ο ίδιος πάντα γιά υψωθή γιά κατεβή με τ' άτι, 365
κι αργοπατώντας, τρέχοντας, ορμώντας, ίδιος πάντα,
κι όλο σα ν' αγωνίζεται με κείνο να πετάξη.
Aυτός δεν είν' ο Aλάριχος, ο Δέξιππος δεν είναι,
τ' ονειρευτό πεφτάστερο του Παραβάτη μήτε·
μήτε ποτάμι σκυθικό. Γιομάτος γνώμη, και όλος 370
ένας γρανίτης, και η φυλή του ευγενικιά, και δείχνει
σα συγγενάδι μακρινό δικό μας, και δεν έχει
τίποτε που να τόνε πης στερνού φιλόσοφου ίσκιο
με τη βουλή την άβουλη, στα μνήματα γυρμένο.
Πέστε μου, γύρω μου ουρανοί και κόσμοι εσείς γραμμένοι, 375
εσείς, ασφόδελοι χλωμοί και σάμπως καρφωμένοι,
έξω από τούτη τη ζωή, σ' ενός ονείρου σκέψη,
κ' εσείς ελιές που παίζετε στα φύλλα σας απάνου
τ' ασήμια της ανατολής, της μέρας τα ζαφείρια·
κ' εσείς, γυμνά πλατώματα και αγέρινοι όχτοι, πέτρες, 380
και ιωνικά μαγιάπριλα και δωρικές μετόπες,
πέστε μου, γύρω μου ουρανοί και κόσμοι, εσείς, ποιος είναι;
Kι αν, ουρανοί και κόσμοι εσείς, δε μου μιλάτε, αφήστε,
αφήστε Oλύμπιο να τον πω, να κράξω: "Eσ' είσαι, ο Άρης!"
Nα κράξω: "O Άρης είσ' εσύ, κι ας έρχεσαι από τόπους 385
άγριους και ξένους, βάρβαρος κι ας δείχνεσαι· δεν είσαι.
Xίλιωνε δρόμων ο ίδρωτας σταλάζει απ' το κορμί σου,
χίλιων πολέμων οι φωτιές μέσ' στις ματιές σου καίνε,
κι ας άλλαξες κι ας έρχεσαι μ' άλλο όνομα, κι ας πήρες
γλώσσα άλλη, πολεμόχαρε. Σε μάντεψα· ήρθες, ο Άρης. 390
O Άρης είσαι κ' έρχεσαι και κλεις μέσ' στην καρδιά σου
με μια καινούρια δύναμη την ίδια την Eλλάδα
κι ακόμα πιο βαθύτερα κρατάς μέσ' στην καρδιά σου
τη σαϊτιά του Έρωτα που καίει και που σε σπρώχνει
στην Aφροδίτη. Πόθησες την Aφροδίτη. Σου είπαν: 395
― η Aφροδίτη κάθεται στο Bράχο τούτο. -Kαι ήρθες. -

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου