Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2011

Εκ. Κακναβάτος: Για την Επαναστατική λειτουργία της Τέχνης


EKTΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ

Βιογραφικό σημείωμα


Γεννήθηκε στον Πειραιά το Σεπτέμβριο του 1920 όπου και ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του. Σπούδασε Μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Στην Κατοχή πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση. Μετά την Απελευθέρωση, το 1947, εξορίζεται στην Ικαρία και το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου μετάγεται στην Μακρόνησο. Απολύεται το 1949, με την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού. Από το 1958 έως το 1962 εργάζεται στη Σύρο όπου φτιάχνει δικό του φροντιστήριο. Σε φροντιστήρια υποψηφίων για τα ΑΕΙ δίδαξε επίσης στην Αθήνα τη δεκαετία από το 1963 έως το 1973. Το 1973 διδάσκει στη Σχολή Μωραΐτη. Το 1979 διορίζεται για πρώτη φορά στο Δημόσιο, από το οποίο ήταν αποκλεισμένος λόγω πολιτικών φρονημάτων. Συνταξιοδοτείται το 1986.


Διαβάστε ένα άρθρο του
Κακναβάτου



Για την Επαναστατική λειτουργία της Τέχνης


Κι εδώ:



Για την Επαναστατική λειτουργία της Τέχνης –
Διαβάστε το
 

Εκτωρ Κακναβάτος - Φωνή μου ράτσα υψικαμίνου


Εκτωρ Κακναβάτος - Φωνή μου ράτσα υψικαμίνου

Πρώτον: σε θέλουν ακίνδυνη και να ξεχνάς
και ύστερα καλή μ' αυτούς φιλεναδίτσα
τρυφερή
υποσχετική
οι αχρείοι.

Φωνή μου ράτσα υψικαμίνου από πλευρό
ανοιχτό του αίλουρου, της ανηφόρας
από τα εννιά σκοινιά του βούρδουλα
κι ο ήλιος φίδι μεσ' στο σύρμα.
Μην ξεχάσεις φτύσ' τους.


Ας περιμένουν να σε σβήσω με νερό
ή κατά τες συνταγές αρχαίων Ελληνοσύρων
ας περιμένουν οι αχρείοι.


Εκτωρ Κακναβάτος

ΕΚΤΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ: ΕΞΑΡΧΕΙΑ ΩΡΑ ΜΗΔΕΝ


ΕΚΤΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ: ΕΞΑΡΧΕΙΑ ΩΡΑ ΜΗΔΕΝ

΄Εξι τροχοί ο θάνατος ο φορτηγατζής καπνός
Κυνηγητό ξοπίσω του τσακάλι ο ΄ Ανουβις
με την kawasaki
Λιώμα η λέξη που με κάρφωνες
κι αφού ήτανε φωνηεντόληκτη
τι την έστηνες καταμεσί στην άσσφαλτο
να χάσκει ;
Xύθηκαν έξω της τα σημαινόμενα τα λεμφοκύτταρα
Ζεσταίνοντάς τα ο ήλιος κάνανε φτερά
σηκώθηκαν σπουργίτες
Στα εξάρχεια ερμοκοπίδες μηχανές yamaha
Κομμένο σύρριζα το πέος του Ερμή
χλευάζει εφτά ναυάρχους
Γθναίκειος κόλπος ο λαιμός του ΄Αβελ
Στο αριστερό του αυτί χλομιάζει ο Κοχινόρ
Ω Κάιν η κορνέτα σου καρωτίδα καταγώγιου
Λυσσάει η γραβάτα μου ως λοκομοτίβα
Δεκαεννιά κλινάμαξες είναι έρωτας
κι αχ εκείνο το ταταρικό πουλί : άνεμος στη Γουαδελούπη

΄Εδωσε κάποτε κι απ' το στενό ξεμύτισε άσπρος
πάνθηρας το ασθενοφόρο
΄Ωρα την άκουγα να που ούρλιαζε
ερωμένη άστηθη η σειρήνα του
ίσαμε που ' πεσε στα πόδια μου σκοτωμένο ορτύκι
Ελόγου του έπεσε να γλείφει την άσφαλτο
΄Επεσε πάνω της που ζεσή ακόμα ξεψυχούσε η λέξη


΄Επεφτε το τελευταίο σου εσώρουχο
γυμνή
γυμνή πως με κουρσεύεις .


1984

ΚΙΒΩΤΙΟ ΤΑΧΥΤΗΤΩΝ


Φωνή μου ράτσα υψικαμίνου


Πρώτον : σε θέλουνε ακίνδυνη και να ξεξνάς
κι ύστερα καλή μ' αυτούς φιλεναδίτσα
τρυφερή
υποσχετική
οι αχρείοι .


Φωνή μου ράτσα υψικαμίνου από πλευρό
ανοιχτό του αίλουρου , της ανηφόρας
απ' τα εννιά σκοινιά του βούρδουλα
κι ο ήλιος φίδι μες στο σύρμα .
Μην ξεχάσεις φτύσ' τους .


Ας περιμένουν να σε σβήσω με νερό
ή κατά τες συνταγές αρχαίων Ελληνοσύρων
ας περιμένουν οι αχρείοι .


πηγή : τα εκατό καλύτερα ελληνικά ποιήματα

Έκτωρ Κακναβάτος – Σχέδιο για άλλοθι


Έκτωρ Κακναβάτος – Σχέδιο για άλλοθι


ΑΥΛΙΔΑ - ΣΧΟΛΙΟ

Εστί ουν τραγωδία μίμησις πράξεως

σπουδαίας και τελείας...

Αριστοτέλης

Σου 'λαχε να δεις τέτοια απανεμιά πριν το χαμό

όπως η γόμωση οβίδας;

Κάποιος ρωτούσε για πού θα κινούσανε τα πλοία

Γιατί κατάπεσε ο άνεμος

Γιατί σα χύμηξε ο χαλκός ίσα στο λαιμό της

τον είπαν πετεινό

πού τη σφάξανε;


...κι οι θάμνοι γύρω σαστισμένοι

βουβαμένο κόλυβο ύπνωνε τη χούφτα

το σκυλί απόμακρο αυτοπυρπολήθηκε


στο γιαλό ακούστηκαν πατούσες·

είπαν, η ψυχή της που έφευγε

Και τότες — χίλιοι ταύροι —

από τον ανοιγμένο της λαιμό σηκώθηκε

ούριος άνεμος

—Αχαιοί, στα πλοία...


Αν όχι τίποτ' άλλο

κι αν σακατεύτηκαν κι αν δεν έμεινε σανίδα

απ' τα καράβια

κι αν η Τροία

«και Πρίαμος και λαός ευμελίοιο Πριάμοιο»

αν όλα πήγαν κατ' ανέμου

τουλάχιστον αυτό: η σφαγή χρησίμεψε

να είναι αλάθητος ο λόγος σου

να 'σαι κι ελόγου σου για Νόμπελ Σταγειρίτη.

Κάποιος ρωτούσε αν προβλέπεται

ποινική παρακαμπτήριος

για αθλιότητες δεδοξασμένων.


ΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΑΛΛΟΘΙ

Το σκυλί μου κόπια του όγδοου αιώνα

κομμένο στα τέσσερα

μ' άλλους σακατεμένους κώδικες

λέω να το πουλήσω για πατατόσπορο


έχω παιδιά να θρέψω

θέλει πισσόχαρτο η στέγη μου

θέλει καλαμπόκι το κοτέτσι

θέλουν τα ποντίκια μου τυρί

την Πτολεμαία Κλεοπάτρα θέλω στο στρώμα μου

και βρέχει


ΠΕΡΙ ΤΕΛΕΙΑΣ ΚΑΥΣΕΩΣ

Κάποτε το σκαθάρι βαριεστά

σου γυρνά τις πλάτες κι αλαργεύει

ότι δεν του πάει η μεταφυσική

μόνο η κιθάρα του κι ένας σβώλος κοκκινόχωμα

ίσα να κλείσει η εμπατή

να κλειστεί βαθιά εκεί κάτω

να μη μαθαίνει

και μόνο σαν έρθει ο καιρός

απάνω να διαβαίνουν τα νερά

και στην ευλογημένη λάσπη να βουλιάζουνε τα κάρα

ν' ακούει να θυμάται.


ΑΙΘΑΛΟΜΑΖΑ

Πέφτανε μπαμπάκια ματωμένα απ' το φεγγάρι

Μπηγμένες μπαντερίγιες στα μηλίγγια του ο τορέρο

ανέβαινε ψηλά με τα ποδήλατα του αγέρα


Λάμπες φθορίου κατέβαζε ο Ρίο Έμπρο

οι μπαταρίες σβήνανε στο sanyo

δεν σ’ άκουα πια

που τραβούσες ανατολικά με τις ομίχλες

Παρμενίωνα γεροπεισματάρη…

έτσι κάτω απ’ τις μαρκίζες

σάπιζεν ο αύγουστος.


(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πολιτιστική, τ. 17, σελ. 34).

Έκτωρ Κακναβάτος και «Η πάμφωτη αταξία των πραγμάτων»: Μια Ποιητική Ανθολογία


Έκτωρ Κακναβάτος και «Η πάμφωτη αταξία των πραγμάτων»: Μια Ποιητική Ανθολογία, 1943-2005 και Ακρόαση Ποιημάτων (επιλογή-επιμέλεια: Πέτρος Γκολίτσης)




Ακούστε τα Ποιήματα ΕΔΩ




O Έκτωρ Κακναβάτος διαβάζει το ποίημα του «Ρόγχος σιγαστήρα» απ’ τη συλλογή Ακαρεί και μια παραλλαγή του ποιήματος «Αφοβίες της γενετικής» απ’ τη συλλογή Χαοτικά Ι. (Aναγνώστηκαν από τoν ίδιο στην εκπομπή του Γ. Έξαρχου, «Βάθος πεδίου», ΝΕΤ, 1995)

Η Αθανασία Δανελάτου διαβάζει το ποίημα-συλλογή Ανάστιξη του θρύλου για τα νεφρά της πολιτείας, το ποίημα «Όπως ο Αίας» απ’ τη συλλογή Τα μαχαίρια της Κίρκης και το ποίημα «Η φυλή μου εμένα με το ανέφικτο» απ’ τη συλλογή Διήγηση.

Ο Πέτρος Γκολίτσης διαβάζει τα ποιήματα «Άλγεβρα», «Σχέδιο για άλλοθι» και «Είσοδος κινδύνου» απ’ τη συλλογή Κιβώτιο ταχυτήτων, και τα ποιήματα «Φανερό αν και αόρατο», «Ο χρόνος είναι εξωμήτριο του Χάους» και τις «Αφοβίες της γενετικής» απ’ τη συλλογή Χαοτικά Ι.

ΑΥΤΑΣΦΑΛΙΣΗ

Μην τους ακούς που τάχα ολολύζουν
που παρότι
απολοφυράμενοι απέρχονται δακρύοντες
μην τους ακούς
που μυξοκλαίνε
Το ξέρουνε καλά που ο θάνατος
εξέχει από τον χρόνο ως ανθύπατος
όπως το δάχτυλο τους
από την τρύπια κάλτσα∙
ένας τέτοιος θρίαμβος.

ΑΛΓΕΒΡΑ

Πέρα κατά τη δημοσιά
φάνηκε πρώτα στήλη κουρνιαχτός
ως τα μεσούρανα
Δεν άργησε πολύ
Ο δρόμος έφερνε το ποδοβολητό
το χουγιατό της
Κλείνανε παράθυρα κατέβαιναν ρολά
Σιδεροντυμένη έμπαινε πια στην πόλη
η εξίσωση.

ΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΑΛΛΟΘΙ

Το σκυλί μου κόπια του όγδοου αιώνα
κομμένο στα τέσσερα
μ’ άλλους σακατεμένους κώδικες
λέω να το πουλήσω για πατατόσπορο

έχω παιδιά να θρέψω
θέλει πισσόχαρτο η στέγη μου
θέλει καλαμπόκι το κοτέτσι
θέλουν τα ποντίκια μου τυρί
την Πτολεμαία Κλεοπάτρα θέλω στο στρώμα μου
και βρέχει.

ΕΙΣΟΔΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ

Κάτω από το παράθυρο μου πέρασε πάλι αυτός
δόκανο για φεγγάρια
Το κεφάλι του τετράγωνο κλουβί
μέσα του ένα μάτι
απ’ τα λίγα που περίσσεψαν της νύχτας
μα όχι ψάρι

Σου γράφω μετά από τρεις βροχές
Η απόπειρα μου για το ποιος είναι ο άλλος που είμαι
απότυχε
Τι να σου λέω λοιπόν για τη μοναξιά με λέξεις
Μη δεν είδες θερισμένο κάμπο πέρα πέρα
καταμεσί του απόμαχο βαγκόνι έξω από τις ράγιες
τη σιγαλιά ν’ ακουμπάει πάνω του
δίχως κουδούνι να βοσκάει η ερημιά
κατάψηλα να περιπολούν κοράκια;

Κάτω απ’ το παράθυρο μου πάλι αυτός
Το κεφάλι του εγώ: είσοδος κινδύνου.

ΣΧΕΔΙΟ ΡΑΨΩΔΙΑΣ

Έτσι το αίμα του έγινε άσπρο όπως
όταν φωνάζομε τα πουλιά•
γιατί και τα πουλιά, τυπικά, είναι άσπρα

Ωσάν τη θάλασσα να πας, της είπε.

Εκεί σαν γονατίσεις και της παρακαλεστείς θα δεις
καταπού γέρνει το κερί που απόκαμε πια να επικαλιέται
Θα δεις το μέγα δόκανο μέσα της κι άλλα τέτοια.
Και μη μιλήσεις μπλιό :
Έτσι που ‘γινες πιο άσπρη κι απ’ το αίμα μου
Δεν είναι ελόγου τους από άστρα να σε νιώσουν.

Ο ήλιος βυθίστηκε εκεί που ξέρεις μα πάλι ευθύς
μπίστησε τ’ απάνου.
Βρέθηκαν τα καρφιά του συναίματα και στραβωμένα
μα κανένας δεν τ’ απόδειξε
Γι’ αυτό τριχωτά αυγά κουρνιάσανε οι φωνές του
Έφριξα από κορυφής
Ήταν που πέρασες ξυστά τη φλόγωση
και βγήκες πέρα αχάραγη κ’ ετούτος κάρβουνο
ίσαμε που κάηκε ως το σάλιο του
Τότες πια βυθίστηκε οριστικά∙ μη μιλήσεις
ακόμα και τώρα μη μιλήσεις
μη φορτώνεσαι στα πράγματα μην τα ονοματίζεις
άσε τα∙ πονούνε.

ΣΟΥΡΝΤΙΝΑ ΤΗΣ ΑΒΥΣΣΟΣ

Για ιδές τον τον αμάραντο
Ολοκλωνίς όξω εγκρεμού
που είναι μια να ζυγιαστεί και δυό να πέσει
Και βάλε αυτί
μην ακουστώ μέσα στο αχ της άβυσσος.

(Απ’ τη συλλογή Κιβώτιο ταχυτήτων)

Ω λογισμέ διαστροφή μου
φιλήδονε ηνίοχε ευθειοβάτη Από
τις ερωμένες σου η μόνη που σου έμεινε
πιστή είναι η χλομάδα σου
για το που δόθηκε το σήμα πως εξώκειλες
για το που πάλι θα δοθεί
και που θα δίνεται
για πάντα

*

Όταν μετά αιώνες οι σκαπάνες σ’ αρχαίο
τάφο βρίσκοντας τα οστά μου θα δούνε
πάνω τους να φωσφορίζει τ’ όνομα σου
άραγε θα ξαφνιαστούν;
θα καταλάβουν;
θα ‘ναι ως τότε ακόμα ο έρωτας
πνοή πρωιού επάνω στο τριφύλλι;
θα βλασταίνει ακόμα τούτο στον πλανήτη
όταν οι σκαπάνες;

(Απ’ τη συλλογή In perpetuum)

Από τότε που η ερώτηση μου
μπήχτηκε λοξά στα νεφρά της πολιτείας,
από τότε που ‘γινε κομμάτια η θάλασσα
καθώς στάμνα χωματένια,
από τότε που άρχισαν να παρακμάζουν οι χειρονομίες σου,
να διαλύεται η φωνή σου όπως ομίχλη σε παράθυρο,
[…]
μα μη μπορώντας να ξεφύγει το μοιραίο
να γίνεται άλλη μια φορά η ερώτηση μου
λοξά μπηγμένη εκεί : στα νεφρά της πολιτείας.
Μ’ αυτό τον κύκλο ένα οχτάχρονο αγόρι έπαιζε το τσέρκι
τ’ απάνου τρέχοντας στο δρόμο του ορυχείου :
δε θα πεθάνομε λοιπόν.
[...]
Όλα θα τ’ ανασυνθέσω με υπομονή.
Βρήκα στην τύχη μερικές σελίδες
εδώ κ’ εκεί απ’ το στήθος σου.
Μικρά κορίτσια ζωγράφισαν επάνω τους
παράξενα χρυσόψαρα.
Ένα κουρέλι απ’ το μάγουλο σου, απόκομμα θύελλας,
Κρεμότανε στα σύρματα στιγμή τη στιγμή να πέσει.
[…]
Τι γίνεται τώρα;
Αν μια φοράν ακόμα; Αν δοκίμαζα μαζεύοντας
κομμάτι το κομμάτι τη σπασμένη στάμνα
να φτιάξω πάλι τη θάλασσα;
Αν άρπαζα απ’ τα δόντια του σκύλου
το ιερόν οστούν της μάνας μου ;
Αν έδενα πάλι τα βαγγόνια,
αν σφύριζαν τα τραίνα πάλι
λερώνοντας τα χαμομήλια δίπλα στις ράγιες;
Κι αν ύστερα γινόμουνα μια ζωγραφιά πολύχρωμη
στο μαξιλάρι του αγοριού καθώς κοιμάται τώρα
[…] άρχιζε η γάγγραινα.

Μα δεν θα το βάλω κάτω έτσι εύκολα.
[…]
Η θύελλα να κυρτώνεται, να γίνεται το μάγουλο σου,
ν’ ανοίγω με βρόντο το παράθυρο, η φωνή σου μισόγυμνη
να πετιέται στο δρόμο τρέχοντας
για το βάραθρο του Ζάλογγου∙
στάσου για το θεό :
στάσου να σε σημαδέψω, να σε πετύχω στο μεσόφρυδο.
[…]
Εσύ ήσουν η ερώτηση μου.

(Απ’ τη συλλογή Ανάστιξη του θρύλου για τα νεφρά της πολιτείας)

ΟΠΩΣ Ο ΑΙΑΣ

Ανάμεσα σε πέτρες που δεν είδανε
τον ίσκιο τους ποτές
που δεν ακούσαν τη φωνή του
τόσο υψίσυχνη στα φωνηεντόληκτα, είπα :
Κλείστε τις ποριές, όχι άλλοι “σωτήρες”∙
μεσολάβησαν τα Τρωικά. Ο λόγος μου
δίχως πια τα άμφιά του, γυμνός
όπως η πότνια βάτος
αναθρώσκοντας τα που του σφίγγανε το
υπογάστριο
“ιερά, εθνικά” και άλλα τέτοια χάχανα
χύθηκε κατεπάνω στο μαχαίρι του
όπως ο Αίας.

(Απ’ τη συλλογή Τα μαχαίρια της Κίρκης)

ΠΥΞΙΔΑ

Εριστικός σχεδόν ημέρα εχτρεύομαι τη λέξη βέβαια,
συνήθισα τη μοναξιά και το σκυλί της.
Είμαι λοιπόν με τ’ αγριολίθαρα και τον ασβέστη
που κουφάθηκε με το λιόκαμα.

ΟΡΤΥΚΙ

Μέσα στη μνήμη πήγαινε, ερχότανε
ένα χτυπημένο ορτύκι,
ξοπίσω ο αγριαπήγανος ύστερα το μολύβι,
δαγκάνοντας το σύννεφο φτύνοντας θειάφι
ψάχνεις μέσα σου,
ακόμα η θύελλα αστράφτει δισκοπότηρο
η οργή δεν το ‘πνιξε το ουρλιαχτό της.

Γενιά του αγριόχορτου
έχεις ακόμα μάκρος.

ΣΚΥΛΟΣ ΤΟΞΟΤΗΣ

Τώρα σε τέταρτη διάσταση συνεχίζω όσα δεν είπαμε.
Χαμογελώ του χρώμιου χτες του ψευδάργυρου
αύριο πεθαίνω του λιγνίτη
χαλκός και νίκελ ματώνουν μες στα χέρια μου
που πρέπει τ’ αναστάσιμα καρφιά μας να ισιώνω
κ’ η διεθνής του αντιμόνιου απ’ το χαράκωμα
ατέλειωτο ταμπούρλο.

Θεόσταλτοι αφορισμοί από τους άμβωνες με οχταήχι
με σιγγίλια π ε ί θ ο υ ν ε με ξιφολόγχες και
χρηματιστήρια, με οχτάστηλα ή τέταρτη εξουσία
κι ο δεξιός ιεροψάλτης λουστρίνι μάγουλο
βήμα που το ‘μαθε η χήνα
καινούργιος στη μασχάλη του ο χαρτοφύλακας
από το δέρμα σου πατρίδα.

Μόνο ο ιδρώτας μου ερυθρόδερμος παραμερίζει
υπόκλιση άψογη, χαμόγελο νέα μανιφατούρα
ξάφνου αμολάει το κανελί σκυλί του
κι όλα γίνονται της πουτάνας.
Δεν περνάει το δικό σου,
όχι.

(απ΄τη συλλογή Οδός Λαιστρυγόνων)

Η ΦΥΛΗ ΜΟΥ ΕΜΕΝΑ ΜΕ ΤΟ ΑΝΕΦΙΚΤΟ
Ο στόμφος εκούρασε∙ σύμφωνοι.
Το θάμπος δυνάστεψε, του λόγου,
ως την παραμόρφωση∙
και πάλι σύμφωνοι.
Άσχετο που με τους αστούς μακάρια πια
παρακμάζει∙ σωστά.
Λένε σε τόνο χαμηλό εξομολόγησης
– συγνώμη∙ ποιος τάχα δεν πρέπει ν’ ακούει τώρα;
Μη διακόπτεις∙ λοιπόν είπαμε σε τόνο χαμηλό
για τη βαθιά πληγή να λέμε,
αν πρέπει σώνει και καλά να λες για δαύτην,
κι ας είναι άβυσσο
κι ας είναι από σκοτάδι πιο άρρητη.
Χα…
Μα η φυλή μου εμένα
που νύχτα μονομαχεί και μέρα με το ανέφιχτο;
και που ανηφορίζει;
Κι ακόμα του κρανίου τόπο ανήφορο κι ακόμα;
Σε τόνο χαμηλό τι θ’ ακουστεί;
Ποιος τάχα δεν πρέπει ν’ ακούει τώρα;
Αφήνω που, αυτό μας έλειπε,
θ’ ακούγεται ωσάν ευχαριστώ
στον εξοχότατο κανάγια.

(Απ’ τη συλλογή Διήγηση)

ΑΓΑΠΗ

Περίεργο που τα ζυγωματικά σου
παίζουνε τέτοιο ρόλο στην αναψηλάφηση
των μυστηρίων;
[…]
Η ιστορία των δυό μας όπως ξέρεις
είναι σαν άδειος κάλυκας οβίδας
γεμάτος από θάνατο κωφάλαλο
κι όμως οι κύριοι δικαστές
ακόμη δεν κατάλαβαν το ρόλο
που τα ζυγωματικά σου παίζουνε
στις αναψηλαφήσεις
όταν πικρίζει το χορτάρι πάνω τους
και φεύγουν τα μικρά κατσίκια∙
[…]
να ‘σαι γενναία όπως η διακοπή του ρεύματος
που στριμώχνει τη λύσσα μας
τη βιάζει κ’ ύστερα
ανάβουνε τα φώτα και νιώθουμε το ζεστό
το καυτερό της σπέρμα ν’ ανεβαίνει
την αορτή σαν πέστροφα ως το κεφάλι
ν’ αυτοσχεδιάζει ευθύς την ανατίναξη
[…]

(Απ’ τη συλλογή Τετραψήφιο με την έβδομη χορδή)

2.


[…]
κι ο πράσινος νάρθηκας της αυριανής ημέρας
κ’ η στέγη σου, λιώμα από του ήλιου τον τροχό
το κεραμίδι σου όνειρο καρένα σύννεφου
και πάει
όλα αγριόχηνες αποδημήσανε τα σύμβολα
άστραψε σκέτη πια η ξερολιθιά
και λευτερώθηκες

7.
[…]
πηχτός
απλώνει ο χρόνος στο λιθόστρωτο
άλλη τροφή από το πέτρωμα δεν έμεινε
που θα πιάσει ρίζα αυτό το σπέρμα;

9.

Ανυποχώρητος στίλβεις ανθρακίτης
αύριο βλήμα φθείρεσαι σε τροχιά
μένεις μόνο η τροχιά
κ’ η μοίρα σου κεντρόφυγη
να ερμηνεύεις, να ερμηνεύεις
πολύ πιο πριν δεν ήσουν έγχρωμη βοή;

(Απ’ τη συλλογή Η Κλίμακα του λίθου)

ΟΡΟΠΕΔΙΟ ΜΕΓΑΛΟΣΥΝΗΣ

[…]
πιο ύστερα μια χούφτα χαλίκια
λουλακιά πράσινα μαύρα
που τα σφενδόνισε η πολυώροφη θάλασσα
με τις πολύστροφες έλικες του νότου
που καθώς πέφτουν πάλι κροταλούν
στο τσίγκινο αίμα μου
ύστερα τίποτα πια εξόν το νόημα σου
ένα παράξενο οροπέδιο μεγαλοσύνης
όπως τραπέζι άδειο
με τ’ άσπρο τραπεζομάντιλο.

(Απ’ τη συλλογή Διασπορά)

ΣΠΟΥΔΗ ΓΙΑ ΔΙΑΚΟΣΜΗΣΗ ΒΥΘΟΥ 293 ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΩΝ

[…]
(Προσοχη. Εδω χρειαζεται περισσοτερο κυανο καμωμενο απο ερυθρη τεφρα)

Κι αυτην την εσπερα με αλαλαγμους τα κοραλλια
τη σωρο του ηλιου θα κατεβαζουν στους καμπους
Ησυχα, πηχτα, γαληνια θα πλαγιασει
ενω απαραμιλλοι σφαιρικοι κρινοι θα φερνουν
τον ουρανο που εμεινε πανω του
υψηλα ως τις καρινες των βραχων.

Κι εμεις αναμεσα στις κατακορυφες κλωστες
που θα μας φερνουν τροφη απ την αβυσσο
θα ψαχνομε το πελωριο πτωμα
για κανενα χορταρι για λιγη φωνη πουλιου
για το χαρτη της γης.
Υστερα το χρυσαφενιο σκελετο θα τον ριξομε
στη χαραδρα του Βαλαμουρ που φωσφοριζει
απο κοκκαλα ενω πλεουν επανω οι Φιλιππινες
αναβλυζουν χρυσανθεμα και ιματια
ψαριων με υπεροχα λεπια.

(Παλι τερφροκιτρινο σε χρονο εξι ογδοα)

Ω αγκαλια της σιωπηλης μητερας με τις αμετρητες
φτερουγες, ειναι πολλες ημερες που εφυγα απ τα
φρεατα που αναπαυονται τ αδαμαστα μεσημερια
για να μην κρατησω το σχημα μου.
[…]

(Απ’ τη συλλογη Fuga)

POST THERMIDOR

Και που ήσαν τάχα λαίλαπα ή
το φθαρμένο μου γάντι πυγμαχίας
τι μ’ αυτό;
Νύχια της αρκούδας ανηφορίζουνε τη φλέβα μου
Η θεωρία συρματόσχοινο που κόπηκε
ή καυσαέριο πατημασιά κοβάλτιου
ας είναι και σφυρίχτρα
τι μ’ αυτό;

Όρκο παίρνω ήταν μεσάνυχτα που η θάλασσα
παράτησε την ολομέλεια
περνούσε σύρριζα τον τοίχο
πέταξε τα εσώρουχα της
τα κολλημένα πάνω της επίθετα
τον οδοντογιατρό της.

Λαμπάδιζαν οι λεωφόροι
τα κορίτσια κόβανε τις ωοθήκες τους
τις ρίχναν στη φωτιά οι φλόγες κόρωναν
τύλιγαν τον ουρανοξύστη
ε… και τι
μ’ αυτό;
Μάτια μου ετούτος… άκαυτος

Λευκοντυμένες άφηναν τ’ αμφιθέατρα οι πιθανότητες
ρίχνανε τα πτυχία τους στον οχετό της νύχτας
Ιθαγενή αερόστατα ανέβαιναν
απ’ τις θερμοκοιτίδες

Κι εγώ
στις τσέπες μου όσο γίνονταν πιο βαθιά
επώαζα φυσίγγια.
Απόμακρη έξω απ’ τις ράγες επέμενε
αναντίρρητη σε ό,τι αφορά το ουρανί
το μπλάβο
το πορτοκαλί
επέμενε ότι λάμπουσα
αν και παρήλιξ
η γοερή διάνοια των μπολσεβίκων

Από το άπαρτο οδόφραγμα επέμενε
non passaran καμένη στο ιώδιο
η φωνή μου.
Κι αχ πως δίχως τροχούς επέμενε
καταμεσής στην άσφαλτο
μπαταρισμένη εκείνη η Άνοιξη
που το νιογέννητο ατσάλι βάλθηκε να γερνά
μες στη γροθιά μου…

Η ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΦΡΥΝΩΝ ή ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΜΕΘΟΔΩΝ

ΙΙ. Η ΛΟΙΜΙΚΗ ΤΟΥ ΕΠΤΑ
Χρόνια μετά που συνταξιοδοτήθηκε το Στραντιβάριους, και να σου πίπιζες ξοπίσω του σονάροντας σε φάλτσο καντάμπιλε, πιάσαμε πάτο. Ήταν τότες που καμηλοβάτραχοι δεσμεύτηκαν ασμένως ν’ αρχηγέψουν.
Προσθήκη ζάχαρης –ιδέα του μαέστρου- μαυλίσανε το γύψο και πήρε ελόγου του ν’ αναρριχιέται τις πλαγιές τ’ Απρίλη. Μα παρότι εγκέφαλος ζελέ. Παρότι αλάρυγγοι, αποφασίζανε και διατάζανε σε φρικαλέα ελληνικά. Παρότι παραβάτραχοι, περιτρέχανε τα ρείθρα ένστολοι, περιμαζεύοντας όσους γελούσανε και όσους δεν γελούσαν, σύμπαν το υπόλοιπο ατελούς διαιρέσεως περιστρεφόταν περί άξονα μιγαδικόν πλαγιοστρόφως…
Ο τότε μόλυβδος, θεός αγκαθερός από καμίνευσιν, χυνότανε χυλός σ’ αργιλικά καλούπια. ως χωλίαμβος ή κάτι τέτοιο, μα όμως άρρητος και ανομάτιστος λόγω που ο χώρος επιρρεπής στην παραχάραξη τονε φυγάδευε υπολογίζοντας ότι από μαύρη τρύπα θα καταποθεί. Κι ακόμα ως και τούτο: μες στα βελάσματα των τράγων, όταν τους σφάζανε άκουες, όπως και τώρα ακούς, για ελληνοβλάβεια, για βατραχοκρατία.
Και τότες έγινε το ξαφνικό: Πλημμύρα οι λεωφόροι από οξύφωνα σπουργίτια χουγιάζοντας τους βάτραχους και τις ερπύστριες. Κι από ψηλά έπεφτε με βρόντο, καταμεσής της χάλκινης ορχήστρας, ολοαίματη με ανοιγμένον αφαλό η ελληνοχριστιανικη πουλάδα. Το Κοίλο, άλαλο κι αλαφιασμένο, άδειασε μονομιάς. Το Αραχναίο σχίστηκε κάτω για κάτω ίσαμε την Πάφο, ενώ, ως βροχή από μυαλά αετών, ξέσπαε μαινάδα η μεγαλοφυΐα. Διότι πως αλλιώς θενά ‘χε κλέος και εσπεριδοειδή η Κορινθία ;

ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΙ ΣΤΑ ΑΝΙΣΟΠΕΔΑ
ή ΓΕΝΕΘΛΙΟ ΘΕΩΡΙΑΣ

Σκόρπια γύρω σου ασβέστης αμμοχάλικο
[…]
-Τι να ‘ναι ωρέ να χτίσεις, τον ερώτησα, και ξυέσαι ;
- Λέω να χτίσω βοϊδοχτάποδο. Θα χρειαστώ δυό κέρατα
από προχωρημένο αχάτη, είπε. Κι έριχνε καταπάνω λάσο,
έτσι, από εαρινή εναντίωση, να πιάσει σύννεφο.
[…]
-Πάρε από Χάιντεγκερ, του λέω, που ψάχνει για αποβάθρες
και όχι από το υπέρβαρο του άλλου ε γ ώ πού ξέχνα το
μιας και πήρε το κατόπι του ά ρ α σε γρηγοριανά ανισόπεδα.
[…]

ΑΠΟΛΑΥΣΗ ΑΠΟ ΤΗ ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΤΟΥ ΑΣΥΝΕΧΟΥΣ

[…]
Ήταν το ανεπανάληπτο εκείνο d o. Η περίφημη κορόνα
σε οκτάβα Latina που αμόλησε στα ύψη ο alto tenore,
τελευταίος από τους Τρώες, Poplius Vergilius Maro.
Και τούτο όταν ένιωσε να ολισθαίνει προς τον ορθολογισμό.
Ήταν που εκστασιάστηκε όχι μόνο που τα λόγια του
εκτινάχτηκαν διεγερμένα αδρόνια κυνηγώντας
στα φαράγγια του Καλλίδρομου την αλαφιασμένη,
ηχώ,
μα πιο πολύ, απ’ το υπέρβαρο continuo από οργισμένες
αγριομέλισσες που κλείναν την μπασιά
στην πιο ένδοξη στενωπό της γης,
[…]
Στα ύψη ορτύκια κι άλλα πτηνάρια πελασγικά
χλευάζαν τα επίγεια… όπως και έγινε πιο ύστερα
με κάτι φρικιά του ουρανού κατά την ταφή
του Κόμητα Orgaz που συνεχίζεται
ως ουραίον πηδάλιον καλλιφωνίας…

Το τοπίο έλιωνε μέσα σ’ ασημένιο φως
[…]

(Απ’ τη συλλογή Στα πρόσω ιαχής)

ΡΟΓΧΟΣ ΣΙΓΑΣΤΗΡΑ

Άκου εσύ
η ασύγκριτη της ροδαυγής
η πιο κι από Αίγινα αιθέρια
η πάνω από ξερολιθιές
πάνω κι από τα έξαλλα μπαμπάκια
ακόμα πάνω κι από κάθε μεταφυσική
χαλυβουργία

Εσύ το αβαρές χαίρε των λιθρινιών
άκου που τίποτα δεν ηχεί ενώ εγώ
η αναίδεια των χρωμάτων
όταν στις ράγες βγάζουνε σπίθες οι τροχοί
πορνεύομαι με κάθε αντιδιάμετρο
λαθρέμπορος οσίων ιδεών
θυρωρός πλαστικών παραδείσων
διαδηλωτής με την άγραφη αφίσα
του μέλλοντος αιώνος.

Η ΣΚΑΠΑΝΗ

Δυό μερών λεχούδι το φεγγάρι μα
παρότι εδέσποζε σοφιστής αιρεσιάρχης
πετεινοί κωφάλαλοι σε φάλαγγα
κατά εξάδες
άνοιγαν δρόμο μες στην Ιστορία

Ξοπίσω γάβγιζε εγελιανή γκρανκάσα
και είπα :
Ιδού το βίωμα μου πρώιμο άλφα
των αλάλητων
Ιδού εγώ γυμνίτης
Ιδού το πιο διωγμένο των πρωτόπλαστων
που έγινα σκυλί και
αλυχτώ παράδεισο

ΜΕ ΤΟ ΣΥΝΝΕΦΟ ΕΠ’ ΩΜΟΥ

Ανίχνευα τα μέλη της
έψαχνα για πέρασμα στον κόλπο
βαθιά μουκάνιζε μινώταυρος η άβυσσος
με τα ωάρια της θάλασσας ανέβαινε
και με σαΐτες.

Στο όνομα της έξαψης ίππευε αλαλάζουσα
το δεξί βυζί κομμένο
δοσμένη στην τοξοβολία

Εγώ πεζός με το σύννεφο επ’ ώμου
με τη φλεγμονή της ανηφόρας
με μια Κολχίδα μες στο νου
κατεπάνω του στο άπειρο
Άσπρο ελάφι ο δυϊσμός βόσκαε τα μάτια μας
σκόρπια στο πάτωμα

(Απ’ τη συλλογή Ακαρεί)

ΦΑΝΕΡΟ αν και αόρατο
με μάζα αιρετική προς τη βαρύτητα
την αστροκτόνο
ζητούσε το αντισημαίνον του για να σημανθεί
κάτι που να υπάρχει ως μ η ε ί ν α ι
κι όμως να υπάρχει
Κι ήταν ανήσυχος που το ‘νιωθε όλος σκιά ο Παρμενίδης
να τον ζυγώνει αν και αόρατο :
τάχα γιατί είν’ έξω απ’ το σχήμα του ο χώρος ;

*

Ο ΧΡΟΝΟΣ είναι εξωμήτριο του Χάους
Όλες οι μονάδες ρίχνονται να τον μετρούν
τον ακατάργητο
Μονοκόκαλος ελόγου του ανάμεσα στις κερασιές
ψειρίζεται πετώντας από πάνω του
τα σοφά έντομα των ταριχεύσεων

ΑΦΟΒΙΕΣ ΤΗΣ ΓΕΝΕΤΙΚΗΣ

Πυροβάτης ναι βετεράνος ναι
μα δεν πατάς το ναρκοπέδιο της.
Χρόνε το μεγαλείο σου!
Η καμπύλη σου από βατράχι ίσαμε άλτη ναι. . .
όμως την ύδρα λέω κόρη της Λέρνας
και τετράκλωνη
μ’ όλη τη λάβρα σου δεν τη μεθάς
να σου δοθεί
τη διπλοέλικη νουκλεϊκή τετράδα λέω
που αναπαράγεται
και σε χλευάζει
και λυσσάς
Κρόνιε παππού εδά ‘ναι που έσπασες
δεν σου περνά μ’ αυτήν δικέ μου
κιτρινιάρη. . .
Κανένα πέρασμα λοιπόν επέκεινα του ελαχίστου
ανάμεσα στα ελάχιστα
ω γεωμετρία αίμα που στάζεις απ’ τ’ αρμόνια
σώσε. . .

(απ’ τη συλλογή Χαοτικά Ι)

Βιογραφικό

Ο ποιητής Έκτωρ Κακναβάτος γεννήθηκε στον Πειραιά το 1920. Σπούδασε και δίδαξε στην ιδιωτική εκπαίδευση μαθηματικά. Πέθανε στις 9 Νοεμβρίου του 2010.

Εργογραφία

“Fuga”, Αθήνα, (ιδιωτ. έκδοση), 1943, Αθήνα, Κείμενα, 1972, σελ. 32
“Διασπορά”, Αθήνα, Πρώτη Ύλη, 1961, σελ. 22
“Η κλίμακα του λίθου”, Αθήνα, Ζάρβανος, 1964, σελ. 64
“Τετραψήφιο, Αθήνα, Κείμενα, 1971, σελ. 56
Τετραψήφιο” με την έβδομη χορδή, Αθήνα, Κείμενα α’ 1972, β’ 1980, σελ. 48
“Διήγηση”, Αθήνα, Συντεχνία, 1974, Αθήνα, Κείμενα, 1981, σελ. 72
“Η κλίμακα του λίθου - Διασπορά”, Αθήνα, Καστανιώτης, 1977, σελ. 52
“Οδός Λαιστρυγόνων, Αθήνα, Κείμενα, 1978, σελ. 96
“Τα μαχαίρια της Κίρκης”, Αθήνα, Κείμενα, 1981, σελ. 56
“Ανάστιξη του θρύλου για τα νεφρά της πολιτείας”, Αθήνα, Κείμενα, 1981, σελ. 8
“In perpetuum”, Αθήνα, Κείμενα, 1983, σελ. 64, (β’ Κρατικό Βραβείο ποίησης)
“Κιβώτιο ταχυτήτων”, Αθήνα, Κείμενα, 1987, σελ. 104
“Ποιήματα Α΄ τόμος (1943-1974)”, Αθήνα, Άγρα, 1990, σελ. 216
“Ποιήματα Β΄ τόμος (1978-1987)”, Αθήνα, Άγρα, 1990, σελ. 318
“Οιακισμοί του Μενεσθέα Καστελάνου του Μυστρός”, Αθήνα, Άγρα, 1995, σ. 40
“Χαοτικά Ι”, Αθήνα, Άγρα, 1997, σελ. 72
“Ακαρεί”, Αθήνα, Άγρα, 2001, σελ. 56
“Υψικαμινίζουσες νεοπλασίες”, Αθήνα, Άγρα, 2001, σελ. 40
“Στα πρόσω ιαχής”, Αθήνα, Άγρα, 2005, σελ. 56
“Ποιήματα (1943-1987)”, συγκεντρωτική έκδοση, Αθήνα, Άγρα, 2010, σελ. 528

Δοκίμιο:
“Για τον “Μεγάλο Ανατολικό”", Αθήνα, Άγρα, 1991, σελ. 20
“Βραχέα και μακρά”, Αθήνα, Άγρα, 2005, σελ. 104

Μεταφράσεις:
Joyce Mansour, “Ερωτικά”, Αθήνα, Κείμενα α’1975, β’ 1978, σελ. 48
Joyce Mansour, “Όρνια”, Αθήνα, Κείμενα, 1987, σελ. 62
Marcel Schwob, “Φανταστικοί βίοι”, Αθήνα, Aγρα, 1987, σελ. 176
Joyce Mansour, “Κραυγές-Σπαράγματα-Όρνια”, Αθήνα, Aγρα, 1994, σελ. 148,
Julien Gracq, Andre Breton. “Επάνοδος στον Μπρετόν”, Αθήνα, Άγρα, 1997, σελ. 24,

Μεταφράσεις των έργων του:
Αγγλικά: Ποιήματά του περιέχονται στην ανθολογία Contemporary Greek Poetry, μετ. Kimon Friar, Athens, Greek Ministry of Culture, 1985, 488 pp.
Ποιήματά του έχουν επίσης μεταφραστεί στα γαλλικά, ιταλικά, ισπανικά, ρουμανικά, ολλανδικά και ρωσικά.

EKTΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ: ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΑ ΕΚΤΩΡΑ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΥ


EKTΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ: ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΑ ΕΚΤΩΡΑ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΥ




Βιογραφικό σημείωμα

Γεννήθηκε στον Πειραιά το Σεπτέμβριο του 1920 όπου και ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του. Σπούδασε Μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Στην Κατοχή πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση. Μετά την Απελευθέρωση, το 1947, εξορίζεται στην Ικαρία και το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου μετάγεται στην Μακρόνησο. Απολύεται το 1949, με την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού. Από το 1958 έως το 1962 εργάζεται στη Σύρο όπου φτιάχνει δικό του φροντιστήριο. Σε φροντιστήρια υποψηφίων για τα ΑΕΙ δίδαξε επίσης στην Αθήνα τη δεκαετία από το 1963 έως το 1973. Το 1973 διδάσκει στη Σχολή Μωραΐτη. Το 1979 διορίζεται για πρώτη φορά στο Δημόσιο, από το οποίο ήταν αποκλεισμένος λόγω πολιτικών φρονημάτων. Συνταξιοδοτείται το 1986.

Εργογραφία

Fuga, Αθήνα, (ιδιωτ. έκδοση), 1943, Αθήνα, Κείμενα, 1972, σελ. 32
Διασπορά, Αθήνα, Πρώτη Ύλη, 1961, σελ. 22
Η κλίμακα του λίθου, Αθήνα, Ζάρβανος, 1964, σελ. 64
Τετραψήφιο, Αθήνα, Κείμενα, 1971, σελ. 56
Τετραψήφιο με την έβδομη χορδή, Αθήνα, Κείμενα, 1972, σελ. 48
Διήγηση, Αθήνα, Συντεχνία, 1974, Αθήνα, Κείμενα, 1981, σελ. 72
Η κλίμακα του λίθου - Διασπορά, Αθήνα, Καστανιώτης, 1977, σελ. 52
Οδός Λαιστρυγόνων, Αθήνα, Κείμενα, 1978, σελ. 96
Τα μαχαίρια της Κίρκης, Αθήνα, Κείμενα, 1981, σελ. 56
Ανάστιξη του θρύλου για τα νεφρά της πολιτείας, Αθήνα, Κείμενα, 1981, σελ. 8
In perpetuum, Αθήνα, Κείμενα, 1983, σελ. 64, (2ο Κρατικό Βραβείο Ποίησης)
Κιβώτιο ταχυτήτων, Αθήνα, Κείμενα, 1987, σελ. 104
Ποιήματα Α΄ τόμος (1943-1974), Αθήνα, Aγρα, 1990, σελ. 216
Ποιήματα Β΄ τόμος (1978-1987), Αθήνα, Aγρα, 1990, σελ. 318
Οικισμοί του Μενεσθέα Καστελάνου του Μυστρός, Αθήνα, Aγρα, 1995, ISBN: 960-325-131-3
Χαοτικά, Αθήνα, Aγρα, 1997, σελ. 72, ISBN: 960-325-239-5
Ακαρεί, Αθήνα, Aγρα, 2001, σελ. 56. ISBN: 960-325-382-0
Υψικαμινίζουσες νεοπλασίες, Αθήνα, Aγρα, 2001, σελ. 40, ISBN: 960-325-391-Χ

Δοκίμιο:
Για τον "Μεγάλο Ανατολικό", Αθήνα, Aγρα, 1991, σελ. 20

Μεταφράσεις των έργων του

Αγγλικά:

Ποιήματά του περιέχονται στην ανθολογία Contemporary Greek Poetry, [tr.by] Kimon Friar, Athens, Greek Ministry of Culture, 1985, 488 pp.

Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα: αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά, ισπανικά, ρουμανικά, ολλανδικά και ρωσικά.

Μεταφράσεις ξένων λογοτεχνών από τον Ε. Κακναβάτο

Joyce Mansour, Ερωτικά, Αθήνα, Συντεχνία, 1975. Αθήνα, Κείμενα, 1978, σελ. 48
Joyce Mansour, Rapaces. Όρνια, Αθήνα, Κείμενα, 1987, σελ. 62
Marcel Schwob, Vies Imaginaires, Φανταστικοί βίοι, Αθήνα, Aγρα, 1987, σελ. 176
Joyce Mansour, Jules Cesar, Η Ιούλιος Καίσαρ, Αθήνα, Ρόπτρον, 1990, σελ. 70
Joyce Mansour, Cries, Dechirures, Rapaces, Κραυγές, Σπαράγματα, Όρνια, Αθήνα, Aγρα, 1994, σελ. 148, ISBN: 960-325-093-7
Julien Gracq, Andre Breton. Επάνοδος στον Μπρετόν, Αθήνα, Aγρα, 1997, σελ. 24, ΙSBN: 960-325-200-Χ

Ο Ποιητής
ΕΚΤΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ

Ο Έκτωρ Κακναβάτος, παρουσιάστηκε στην ποίηση το 1943, με την συλλογή "Fuga", και συνέχισε, με τις συλλογές "Διασπορά" (1961), "Κλίμακα του λίθου" (1964), "Τετραψύφιο" (1971), "Τετραψήφιο με την έβδομη χορδή" (1972), "Διήγηση" (1974) και "Οδός Λαιστρυγόνων" (1978), εξυφασμένες όλες τους πάνω στο στιμόνι μιας μνήμης εθνικής που, ξεκινώντας από τα πανάρχαια χρόνια αλλά και τραυματισμένη από τα πρόσφατα γεγονότα της μεταπολεμικής - μετεμφιλιακής μας ζωής, καταλήγει στιγματίζοντας την ηθική και πνευματική ένδεια του σήμερα, έτσι όπως αυτή καταγγέλλεται μέσα από στροφές που τις διακρίνει ένας σαρκασμός άλλοτε και, άλλοτε, μια λεπτοτάτων, αποχρώσεων λύπη.
Αλλά για να μη θεωρηθεί ότι ο Κακναβάτος προσάραξε, επαναπαυμένος πάνω σε ότι κατέκτησε με τις προαναφερθείσες ήδη συλλογές του, σπεύδω να επισημάνω ότι στη συνέχεια, ήλθαν να αλλάξουν καθοριστικά πια, ολόκληρη την μέχρι εκείνη τη στιγμή πορεία του, κάμποσα ακόμη βιβλία, όπως το "Inperpetuum" (1983), το "Κιβώτιο ταχυτήτων" (1987), οι "Οι οικισμοί του Μενεσθέα Καστελάνου του Μυστρός" (1995), τα "Χαρτικά Ι" (1997) και μαζί τους το "Ακαρεί" (2001), στις σελίδες των οποίων κυρίαρχο πάντοτε στοιχείο αναδεικνύεται ο δυναμισμός της έκφρασης, ενώ περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, δεν υπηρετείται παρά η ποιητική ενατένιση του κόσμου και μόνον αυτή, μια και δύσκολα, σε ολόκληρη τη νεότερη ελληνική ποίηση, συναντάει κανείς από την πρώτη στιγμή κιόλας της πορείας ενός ποιητή, τόσους υπερχειλίζοντας χυμούς, όσους στην περίπτωση του Κακναβάτου, αλλά και ακόμη πιο δύσκολα , δημιουργός, παρουσιάζεται με τέτοια θαυμαστή μεσημβρία" του, και τόσο ανεπιτήδευτα εκρηκτικός. Και τούτο ακόμη: η φωνή του Έκτορα Κακναβάτου, ξεκινώντας από τα έναστρα στερεώματα των πρώτων Ελλήνων υπερρεαλιστών της δεκαετίας του 1930, πολύ σύντομα βρίσκει και ακολουθεί αποφασιστικά το δικό της, προσωπικό δρόμο, στα πεδία του οποίου οι λέξεις υποτάσσονται σε έναν "πρωτόγονο" και πρωτόγνωρο, ανεξάντλητο ρυθμό, η θεματική του αποκτά μια δική της πράγματι στιλπνότητα κάτω από μια γραφή άκρως "επεισοδιακή", ενώ η ευθυβολία του ρήματος, η μαθηματική ακρίβεια του επιθέτου και η γεωμετρία ολόκληρου του ποιήματος, περνώντας μέσα από κάποιους διαύλους μαγικών διεργασιών, μας εκπέμπουν την οδυνηρή εκείνη προειδοποίηση, ότι από εδώ και στο εξής πια, δεν θα έχουμε να κάνουμε, παρά μόνο με μια ποίηση, που στην ουσία της είναι η "λαλίστατη σιωπή", εκείνου που είχε στον κόσμο την ευλογία, όντας αιώνιος έφηβος, να ωριμάσει ταυτοχρόνως όμορφα, τελείως αβίαστα, διαλεκτικά και φυσιολογικά. Συλλογές όπως η "Διασπορά", η "Κλίμακα του λίθου", το "Inperpetuum" αλλά και το "κιβώτιο ταχυτήτων", πέρα από την θέση τους ως ακρογωνιαίοι λίθοι στην ποίηση του ίδιου του Κακναβάτου, είναι και από τα πλέον, μέσα στα πολλά ευτυχώς, διακεκριμένα στηρίγματα, πάνω στα οποία ακουμπά ολόκληρο το οικοδόμημα της μεταπολεμικής ποιητικής τέχνης της Ελλάδος, ο δημιουργός αυτός, πολύχρωμος και μεθυστικός όπως πάντα, ανέμισε με αυταπάρνηση και επιμονή απαράμιλλη, σημαία φαντασμαγορική μέσα στους αιθέρες, τον στίχο του. Έναν στίχο όπου μαζί με όλα όσα παραπάνω θετικά του προσαρτήσαμε, η θάλασσα, μαζί με όλα λοιπόν αυτά, μαζί, όπως επιλέξει μας αναφέρει κάπου και ο ίδιος, στις εικόνες του θαυμασίως "υαλουργούσε".
Αλλά δεν υαλουργούσε η θάλασσα στην πραγματικότητα όμως, όπως εύκολα άλλωστε αυτό καθίσταται αντιληπτό. Απλώς, η ποίηση μιας ακαταμάχητης, αδιακόπως διψασμένης για ζωή, ουσιαστική ελευθερία και έρωτα, εξαίσια φωταγωγημένης ψυχής, στην κυριολεξία, ιερουργούσε.

Γιώργιος Μαρκόπουλος
Ποιητής


ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΑ ΕΚΤΩΡΑ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΥ

Φωνή μου ράτσα υψικάμινου

Πρώτον: σε θέλουνε ακίνδυνη και να ξεχνάς
κι ύστερα καλή μ' αυτούς φιλεναδίτσα
τρυφερή
υποσχετική
οι αχρείοι.

Φωνή μου ράτσα υψικάμινου από πλευρό
ανοιχτό του αίλουρου, της ανηφόρας
απ' τα εννιά σκοινιά του βούρδουλα
κι ο ήλιος φίδι μες στο σύρμα.
Μην ξεχάσεις~ φτύσ' τους.

Ας περιμένουν να σε σβήσω με νερό
ή κατά τες συνταγές αρχαίων Ελληνοσύρων
ας περιμένουν οι αχρείοι.

1967


«σφαγμένη εντός σου μιαν ερώτηση δε λέει να σωπάσει»



Αφότου ξώκειλε το ζαφειρί αστέρι ξέρα ο νους η ουλή βυθός

μόνο εσύ ω ποίηση έμεινε να φέγγεις

μεσ από βράχο διάφανο το μόνο πλοίο.

Πιο κορυφαίο σπόνδυλο απ τη σιωπή δεν έχεις

χαράδρα η μνήμη, μάγμα απέραντο η οργή.

Κι αν το νόημα είναι του βυθού;

Η μελλούμενη πορεία αξία εσχάτη είναι

ή το ελάχιστο μέτρο να σε ψάχνω όχι να σε βρω;

Γιατί άλλο από το παραλήρημα δεν σου μεινε φυσίγγι

δεν έχει άλλη εκβλάστηση από τη φλέβα σου

που πλημμυράει την πολιτεία συρίζοντας ως τον ενδότοιχο

σφαγμένη εντός σου μια ερώτηση δε λέει να σωπάσει

ανατέλλει δύει εντάφια πλησιφαής

με φεγγάρια χαίνει με παλίρροιες

όπως απλώνει στα ορυκτά το έκζεμα του πλανήτη

κι από τη βολή του πρόγονου δε σβήνει η ηχώ

για το αν υπάρχουν ανάμεσά μας σύνορα...

(ΕΚΤΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ, η κλίμακα του λίθου)


(ΧΡΥΣΟΜΑΛΛΟ ΔΕΡΑΣ ΠΑΝΤΑ Η ΠΟΙΗΣΗ
σπουδή στο γνώθι σαυτόν των ποιητών)

Κι αν ακόμη το νόημα είναι του βυθού
ο αυτάρκης πυρόλιθος του ονείρου...
μόνο εσύ ω ποίηση έμεινε να φέγγεις
μέσα από βράχο διάφανο το μόνο πλοίο
Γιατί άλλο από το παραλήρημα δεν σου μεινε φυσίγγι
δεν έχει άλλη εκβλάστηση από τη φλέβα σου
που πλημμυράει την πολιτεία συρίζοντας ως τον ενδότοιχο
σφαγμένη εντός σου μια ερώτηση δε λέει να σωπάσει
ανατέλλει δύει εντάφια πλησιφαής
με φεγγάρια χαίνει με παλίρροιες
όπως απλώνει στα ορυκτά το έκζεμα του πλανήτη
κι από τη βολή του πρόγονου δε σβήνει η ηχώ
Πιο κορυφαίο σπόνδυλο απ τη σιωπή δεν έχεις
χαράδρα η μνήμη μάγμα απέραντο η οργή

(ΕΚΤΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ, η κλίμακα του λίθου)

fyga

«λαβωμένος απ΄ το φως, με σκονισμένα τα μαλλιά απ΄ τη μαρμαρυγή της νύχτας, φοβούμαι όχι την ευγένεια των φθόγγων, μα μήπως δεν εύρο στην έρημη κοιλάδα τους αυλούς που κείτονται χωρίς στα κοίλα τους σώματα να ρέουν χρυσά ελεγεία. Η λύρα του Ορφέα έμελλε να συλλέγει τις ακατανόητες τρικυμίες μου στη λήκυθο της αγάπης: σε σένα που ποιος ξέρει πόσες φορές η λατρεία σου θα μου γίνει γέφυρα να περάσω απ΄ την άβυσσο στο καυτερό γήινο αίμα».

Κανείς δεν κατατρύχεται αν δεν κρατά στην τσέπη του μια πέτρα.

Α. Εμπειρίκος

Άλλο είναι να «διαβάζουμε» την Ποίηση βλέποντάς τη μόνο σαν κατάσταση μονοτροπίας του «γλωσσικού» Λόγου και άλλο σαν κατάσταση πολυτροπίας ενός γλωσσόμορφου Λόγου που ανορύσσει υπερλογικότητες.

Το έργο του Ανδρέα Εμπειρίκου υπήρξε Η Πρόκληση! Και αν είχε προβλεφθεί ένα γράφημα της δράσης των παραγόντων που κινητοποιήθηκαν να πιλοτάρουν την πρόσληψη αυτού του έργου από το κοινό, θα είχαμε την εικόνα της εξέλιξης μιας παθολογίας των γραμμάτων μας σαν κόστος της εξόδου από την ακαρπία των εμμονών σε φόρμες υπό κατεδάφισιν.

Του φλοίσβου τα ψηλά βουνά

Κεχριμπαρένια αλόγατα

Στο βάθος μιας σακούλας

ή το δίστιχο από την ίδια ενότητα «Τα πουλιά του Προύθου» (Ενδοχώρα):

Φεύγουν οι νουνεχείς δρομάδες

Τα βήματά τους είναι πολίχνες

ανομβρίας

ή το απόσπασμα από την ενότητα «Η τρυφερότης των μαστών» (Ενδοχώρα);

Από το μέλι βγήκε ο προφήτης

Που μας συμβούλεψε να μείνομε

στο ρίγος

Της ικεσίας των αχνών εκφορτωμάτων.

ΡΗΓΜΑ ΣΤΟΝ ΚΡΟΤΑΦΟ

Με τι ακόμα να μετρούσα της γενιάς μου
το εμβαδόν ;
Με τι άλλο .
Ο πλανήτης έτριζε από αιμοφιλία
απ' της γενιάς μου όλα τα έναστρα
τις εννιά στοίβες όνειρα που έδωσα
όλα σπάνιες πέτρες
να φύγει ο κόμπος στο λαιμό .
Ο πλανήτης έτριζε
με τις περήφανες σιωπές μου
τα συνομήλικά μου σχήματα τις φωταψίες
τα μανάλια που
ακόμα φέγγουνε όλα σ' εκκλησιές κρυφές .

΄Ομως το ρήγμα στον κρόταφο
απ' τή ριπή σου πίκρα
εννιά μίλια ρήγμα η διάψευση
στον κρόταφο .

1967

Η ΟΨΗ ΣΟΥ ΟΤΑΝ ΡΩΤΑΣ

Θυμήσου το μαχαίρι μου ασκείται
συνέχεια στο δίκαιον .
Ρωτάς για τη ρωγμή στον τοίχο
που στάζει τόν αμίλητο .
Ρωτάς για έξοδο , για τη ρωγμή σου .
Η όψη σου όταν ρωτάς νησί της άβυσσος .
Πως σέρνεσαι με τη λαβωματιά σε θάμνα
κι αχνάρια πίσω του τά αίματα ;

Αυτό που τρίζει μέσα στη σιωπή
είναι το μονοπάτι σου
που τώρα μόνο του πάει και πάει .

1967

ΛΕΓΟΝΤΑΣ ΠΕΤΡΕΣ

Αλλιώς δε γίνονταν ως φαίνεται .
Αρχή αρχή ακέραιος και βόνασος
ύστερα χίλια κομμάτια με την άρνηση
κλασματικός ακόμα υπήρχες
συνεχίστηκες σημάδι από πουλιά
ή τρία δάχτυλα
σμιχτά του μόσχου χαράζοντας γητειές
κ' ευθείες κάθετες , ώσπου χαμήλωνες
τσακίδια και μαδάρες καταμεσί των αριθμών
ώσπου μετριόσουνα
μετριόσουνα που δεν έλεε να σωπάσεις ...
... χαρτογραφούσες τον πηλό αυτόν το δαίμονα
τη φτερούγα μέσα σου πού έτρεμε κ' εμίλειε
λέγοντας πέτρες περπατώντας θάματα
φωνάζοντας : σώστε το παράλογο
το άλλο σας εντόσθιο που άρπαξε το σκυλί
και χάθηκε προς τα οινόφυτα του γαλαξία ...


΄Ολην τη νύχτα τουφεκούσες ένα φεγγάρι
κόκκινο
το πρωί σε βρήκανε μες στ' αποτσίγαρα .

1969

ΜΗΝΙΝ ΑΕΙΔΕ

L'-enfer c'est les autres.

J.P.SARTRE

Ψυχή μου αγρίεψες
- τι πολύφημος αυτό το ψ -
Δεν είναι που πιάστηκες να ζητιανεύεις
μα που ανύποπτη δίχως εμβόλιο
άνάμεσά τους διάβηκες
των μολυσμένων
Φτύσε τους
τώρα πια όλοι τους είναι οι '' άλλοι'' .

1983

ΤΑΡΙΧΕΥΕΙΝ

Η δυναμή τους είναι να είσαι ανίδεος
να είσαι αφελής , να αμνηστεύσεις ,
η δυναμή τους είναι να ξεχνάς ,
να μη θυμάσαι που η εντολή από τους Κατεπάνω
είναι να συμφωνήσουνε ανακριτής κ ' εισαγγελέας
να κηρυχτείς σε αφάνεια
να μπεις στο αρχείο , ή , αν η χάρη τους ...
να σ' αναλάβουνε ταριχευτές ,
η διαιώνια τέχνη των λωρίδων .

ΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΑΛΛΟΘΙ

Το σκυλί μου κόπια του όγδοου αιώνα
κομμένο στα τέσσερα
μ' άλλους σακατεμένους κώδικες
λέω να το πουλήσω για πατατόσπορο

έχω παιδιά να θρέψω
θέλει πισσοχαρτο η στέγη μου
θέλει καλαμπόκι το κοτέτσι
θέλουν τα ποντίκια τυρί
την Πτολεμαία Κλεοπάτρα θέλω στο στρώμα μου
και βρέχει .

ΑΛΓΕΒΡΑ

Πέρα κατά τη δημοσιά
φάνηκε πρώτα στήλη κουρνιαχτός
ως τα μεσούρανα
Δεν άργησε πολύ
Ο δρόμος έφερνε ποδοβολητό
το χουγιατό της
Κλείνανε παράθυρα κατέβαιναν ρολά
Σιδεροντυμένη έμπαινε πια στην πόλη
η εξίσωση .

1985


ΕΠΙΛΕΓΟΜΕΝΑ ΟΧΕΙΑΣ

Εικοσάκις νυχτόβια ρίχτηκε πίσω μας
η συμμετρία
Βαθιά στο δάσος ακούγονταν πριόνι :
΄Ολο και κατέβαινε να γεννηθεί
το μιαρόν βρέφος Ισίδωρος Νικομάχου
Εξαρχίδης .

1985

Πέμπτη 27 Οκτωβρίου 2011

ΑΦΙΕΡΩΜΑ: ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ (15/3/1884 - 19/6/1951) (5ον)


ΑΦΙΕΡΩΜΑ: ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ (15/3/1884 - 19/6/1951) (5ον)

Στον Παλαμά

Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βογκήστε τύμπανα πολέμου... Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αγέρα!

Σ' αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα! Ένα βουνό
με δάφνες αν υψώσουμε ως το Πήλιο κι ως την Όσσα,
κι αν το πυργώσουμε ως τον έβδομο ουρανό,
ποιόν κλει, τί κι αν το πει η δικιά μου γλώσσα;

Μα συ Λαέ, που τη φτωχή σου τη μιλιά,
ήρως τη πήρε και την ύψωσε στ' αστέρια,
μεράσου τώρα τη θεϊκή φεγγοβολιά
της τέλειας δόξας του, ανασήκωσ' τον στα χέρια

γιγάντιο φλάμπουρο κι επάνω από μας
που τον ύμνούμε με καρδιά αναμμένη,
πες μ' ένα μόνο ανασασμόν: «Ο Παλαμάς!»,
ν' αντιβογκήσει τ' όνομά του η οικουμένη!

Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βογκήστε τύμπανα πολέμου... Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αγέρα!

Σ' αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα! Ένας λαός,
σηκώνοντας τα μάτια του τη βλέπει...
κι ακέριος φλέγεται ως μες στ' άδυτο ο Ναός,
κι από ψηλά νεφέλη Δόξας τόνε σκέπει.

Τί πάνωθέ μας, όπου ο άρρητος παλμός
της αιωνιότητας, αστράφτει αυτή την ώρα.
Ορφέας, Ηράκλειτος, Αισχύλος, Σολωμός
την 'Αγια δέχονται ψυχή τη τροπαιοφόρα,

που αφού το έργο της θεμέλιωσε βαθιά
στη γην αυτή με μίαν ισόθεη Σκέψη,
τον τρισμακάριο τώρα πάει ψηλά τον Ίακχο
με τους αθάνατους θεους για να χορέψει.

Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βόγκα Παιάνα! Οι σημαίες οι φοβερές
της Λευτεριάς ξεδιπλωθείτε στον αγέρα!

Ζευγάρια

Κάτου ζευγάρια αλάτρευαν
τ' άτια τ' ανεμόποδα,
στ' αλώνι από το πέταλο
και το στουρνάρι ευώδα,
σπιθοβολώντας έλαμπαν,
οι αθημωνιές εβάραιναν,
να ξαναμπούνε πάλευαν
στους σβώλους τα σκουλήκια.
Ανακοχλάαν στις ελιές
μια βράση τα τζιτζίκια,
το λυγερόν αγέρι
εσήμαινε αιθερόηχον,
ψηλά το μεσημέρι,
στις λαγκαδιές εσειόντανε
σαν ποταμός η φτέρη.

Ωδή Σ' Ένα Χαμένον Έρωτα

Ένας χλωμός ήλιος εφάνηκες
και σκόρπισες θαμπήν αυγή
ανάμεσα απ' τ' αχνά σύννεφα
που το κορμάκι σου είχε βγει.

Τα φτερουγάκια σου ανασήκωσες,
τ' αλαφροκίνησες λευκά,
σα για να διώξεις κάποιον όνειρο
κι έπειτα πάνω τους γλυκά

τα ολόξανθα μαλλάκια ακούμπησες.
Μα πριν αρχίσει να φυσά,
απ' τα ματάκια σου όπως τα 'κλεισες
η πρώτη στάλαξε δροσιά.

Κι όπως τα σύννεφα σε ζώσανε
πυκνά, με αργότατη σιωπή
εχάθηκες τη πρώτη χύνοντας
με το φτερούγισμα, αστραπή.

Ο Γέρος

Ο γέρος ο εκατοχρονίτης,
οπού εγνώρισα στο ίδιο νησί μου, τη Λευκάδα,
αφού πέρασε βοσκός σαράντα χρόνια
στη βουνοκορφή, στα Σταυρωτά,
κατέβηκε να παντρευτεί μια μέρα
στο γιαλό, στο Μεγανήσι
κι από τότε γίνηκε ψαράς
κι απόχτησε τρεις θυγατέρες
κι όσο ήτανε μικρές, κυβέρναε μονάχος
το ψαροκάϊκο, το πεζόβολο, τα παραγάδια και τα δίχτυα
κι άμα η πρώτη θυγατέρα ήρθε στο χνούδι της
τη πήρε στα κουπιά να δέσει το κορμί της,
έπειτα τη πάντρεψε και πήρε τη κατοπινή
κι αφού έδεσε και τούτη,
κράτησε λίγο καιρό τη τρίτη στα κουπιά
και σα τη πάντρεψε κι αυτήν,
έμεινε πάλι μες στη βάρκα μοναχός,
προσμένοντας το θάνατο, ήσυχα να τον 'γγίξει,
καθώς σβει στρωτά ο αγέρας
στο νερό τα δειλινά...

Αναδυομένη

Στο ρόδινα μάκαριο φως, να με, ανεβαίνω της αυγής,
με σηκωμένα χέρια,
η θεία γαλήνη με καλεί του πέλαου, έτσι για να βγω
προς τα γαλάζια αιθέρια,
μα ω άξαφνες πνοές της γης που μες στα στήθια μου χυμάν
κι ακέρια με κλονίζουν!
Ω Δία, το πέλαγο είν' βαρύ και τα λυτά μου τα μαλλιά
σα πέτρες με βυθίζουν!
Αύρες τρεχάτε -ω Κυμοθόη, ω Γλαύκη,- ελάτε πιάστε μου
τα χέρια απ' τη μασκάλη.
Δε πρόσμενα έτσι μονομιάς παραδομένη να βρεθώ
μες στου ήλιου την αγκάλη...

Από Τις "Ραψωδίες Του Ιονίου"

Το διπλοπόδι ο γέροντας, μπροστά μας ετραγούδα
τα λυγερά και τα πλατιά τραγούδια της Ηπείρου.
Τα εκατό χρόνια δείχνονταν σοφά στο σάλεμά του,
αργό σα το ξεκούρασμα του αϊτού σε δυο φτερούγες.
Πλάκα το χέρι το ζερβί και χάραζε με τ' άλλο,
στορώντας πως εξόμπλιασεν η κόρη το μαντίλι,
αργόν-αργό, τον άγραφον αλαφρωμένο νόμο,
κατά πως γράφει η θάλασσα με το φτερό τ' ανέμου
απάνω σ' απλωτό γιαλό που 'χει ψιλό τον άμμο...

Τρεχαντήρα

Καταμεσίς ανέμου η τρεχαντήρα,
με τα πανιά της τόξα τεντωμένα,
του διακιού τη στερνήν επήρε γύρα
στα γαλανά βουνά τα γυμνωμένα...

Κι ο αιθεροδρόμος βόγγος που 'πλημμύρα
στα ξάρτια, στα πρυμνήσια, στην αντένα
-δελφίνια παρατρέχαν ολοένα-
την έκρουε μες στο κύμα, ολόρτη λύρα!

Δίκοπη σπάθα ξέσκιζε η καρίνα...
Κι ο αφρός στη πρύμνα, χώριος σε δυο κρίνα,
των σταλιών ανατίναζε το σείστρο...

Σαν μ' ένα "λάσκα!" -ο ήλιος μεσουράνει-
στων Σαλώνων εμπήκε το λιμάνι
με τον καταμεσήμερον μαΐστρο!

Ύμνος Στον Εωσφόρο Το 'Αστρο

Ήρτε γυναίκα απ' τα βουνά, σκιρτώντας
σαν αλαφίνα, σειώντας τα μαλλιά της
σα νέο λιοντάρι και στην αγκαλιά της,
σα με ψηλό κρατώντας τη ζωνάρι,
σε μυστικό κανίσκι, τη καρδιά της,
ήρτε γυναίκα που 'χε στη ποδιά της,
σα το μαυροαίματο λαγό που τρέμει
κι από 'να φύλλο, την αποθυμιά της
κι ήρτε σ' εμέ ολόϊσα, σαν οι ανέμοι
στο μοναχό το δέντρο, που βιγλίζει
τεράστιο σε κορφή και συνορίζει
τα σύμπαντα και ξάφνου βοή να γέμει
προφητική τον ουρανόν αρχίζει
κι ήρτε και μ' ηύρε κι όταν πλημμυρίζει
ποτάμι, στην οχτιά του, το πλατάνι
το δυνατό και γύρα του, αφρισμένο,
μετράει τη δύναμή του και το κάνει
να σαλεύει απ' τη ρίζα, ευτυχισμένο,
ήρτε η γυναίκα που προσδόκαα τώρα
-κι ανήξερα- καιρό, κρυφά, μονάχος,
στη κορυφή του πόθου μου σα βράχος
κι ήρτε για πάντα κι ήρτε σαν η μπόρα...

Ο Διθύραμβος Του Ρόδου



ΟΡΦΕΑΣ
Είπα, κανείς μη, μ' ακλουθήσει, μόνος
Θα πάω κι αν θα γυρίσω, πάλι μόνος.
Μ' αν δε ξανάρθω πίσω, τ' όνομά μου
Σας δίνω κι Ορφανούς Σας λέω, για ναστε
Στη μοναξιά, που θάρτει, ανταμωμένοι,
Σαν τα παιδιά που χάσανε πατέρα
Φτωχό κι ωσά βραδιάσει, σμίγουν όλα
Τριγύρα απ' τη φωτιά βουβά κι ο νους τους,
Καρφωμένος ακόμα στην αχνάδα Του νεκρού τους,
κοιτάει και μεγαλώνει βαθιά του ό,τι τους άφηκε:
εν' αλέτρι, λίγες φούχτες σταριού, δυο ξύλα ακόμα
Για τη γωνιά. Κι ο πόνος, αγάλι-αγάλι.
Ξάφνου υψώνεται μπροστά τους,
Πιάνει τ' αλέτρι σα ζευγάς, το στάρι
Σάμπως σποριάς το συντηρνάει, και λέει:
Όλη τη γη μ' αυτά να οργώσω θέλω
Να σπείρω όλο τον κόσμο απ' άκρη σ' άκρη,
Να φάει με μας φτωχολογιά, ποτέ της
Που δε γνώρισε μάνα ουδέ πατέρα,
Φτάνει η φωτιά να κάψει λίγο ακόμα
Στο σπίτι κι ο νεκρός μας να μη λήψει
Ποτέ απ' ανάμεσό μας. Και τα πλούτη
Του κόσμου, τα όπλα, οι δόξες, τα χρυσά του
Παλάτια, όλα τους φαίνονται παιχνίδι
Μπρος στ' άλετρι, το στάρι και τη φλόγα,
Του άγιου νεκρού κληρονομιά, που ίσως
Ψωμί δε φτάνουν σήμερα να δώσουν
Στα ορφανά του, στου πόνου τους τα μάτια
Γιγαντώνονται κι αύριο, λες, θα θρέψουν
Την πείνα ενός λαού.
Όμοια θα νάναι
Λίγον καιρό κι η ορφάνια σας, αν φύγω.
Μα η μυστική κληρονομιά, που αφήνω
Σε σας, είν' άλλη κι άλλη στράτα ο νους σας
Θα πάρει σύντομα απ' αυτή μ' ακούτε;



Α' ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
Κύριε, Σ' ακούμε. Εσύ μας τόπες πάντα:
Το μάτι μεγαλώνει στο σκοτάδι,
Κι η ακοή στη σιωπή. Και Συ το ξαίρεις,
Πως άρχισε στα φρένα μας να φέγγει
Ο πατρικός βυθός και πως στ' αφτί μας
Επρωτομπήκε ο λόγος Σου. Το ξαίρεις,
Κύριε, Σ' ακούμε κι η τραχειά ψυχή μας,
Που τη φροντίζεις χρόνια, ως ο τοξότης
Του τόξου τη νευρή, σαν τη αλείβει
Βράδι κι αυγή με λάδι, για να ρίχνει
Μακρά το βέλος κι ως το χελιδόνι
Ν' αντιλαλεί από τ' άγγιγμα, δονείται
Συθέμελα, τα χείλη Σου ως ανοίξεις.
Μα τί είναι τούτο, που μας λες, πως μόνος
Θα πας κι αν θα γυρίσεις πάλι μόνος,
Και πως μπορεί να μη ξανάρθεις, τί είναι;
Ποιός ειν' εδώ από μας, που τη ζωή του
Χωρίς Εσέ τη θέλει; Δε θαρθούμε
Μαζί Σου, Κύριε, πάλι, ανηφορώντας
Τ' άγιου βουνού τα πλάγια όλη τη νύχτα,
Καθώς τότε, που Εσύ μας πρωτοπήρες
Κι αλαφρός ανηφόριζες προς τα ύψη,
Ενώ εμείς την καρδιά μας μες στα στήθη
Σα βακχεμένο τύμπανο να δένει
Τη νιώθαμε κρυφά τη γη με τ' άστρα;
Γύρα Σου πια δε θάμαστε ολοένα,
Καθώς στις μύριες μάχες, που η πνοή Σου,
Σηκώνοντας ενάντια στους τυράννους,
Με το ρυθμό τις εξετύλιγε όλες
Σ' άγιους πυρρίχιους, ενώ Συ μονάχος,
Δίχως άρματα, μόνο με το βλέμμα
Ή με το χέρι έδειχνες που είν’ το δίκιο
Και που είν' η νίκη, Κύριε; Και πως έτσι
Να μας αφήσεις συλλογιέσαι τώρα;



ΟΡΦΕΑΣ
Ποιός μίλησ' έτσι; Κι είναι δικά σου
Τα λόγια, απ' τη καρδιά, που σώχω πλάσει;
Έλα, Σιωπή, που φανερώνεις όλη
Τη δύναμη του νου και ξεσκεπάζεις
Τα πιο κρυφά μυστήρια στην καρδιά μας!
Δώρο του Ελέους, που βρίσκεται σε κάθε
Τραχιό και πλέριο αγώνα, που μαρτύρους
Δε λαχταρεί, κατέβα και σε τούτον!
Και Συ, αγριοπερίστερο του θάρρους
Του μυστικού, φανερωμένο μόνο
Στην τέλεια πράξη, χτύπα το φτερό Σου
Στο μέτωπο του μια στιγμή, όπως τόσες
Φορές του τόχεις άξαφνα δροσίσει!
Έτσι λοιπόν, γιατί Σας είπα μόνο,
Πως ορφανοί θα μείνετε, η καρδιά Σας
Ταράχτηκε και ξέχασε ό,τι χρόνια
Τη νουθετώ; «Του χωρισμού όποιος σκίσει
Τα σκοτεινά πελάγη, έχοντας πάντα
Στο νου, αβασίλευτο άστρο, την Αγάπη,
Δε θα να σμίξει μόνο αυτός με κείνους
Οπώχει χάσει, μα, ιερό γιοφύρι,
Κι άλλους θα σμίξει ανάμεσό τους, τόπους
Με τόπους, λαούς με λαούς, οχτρούς με φίλους,
Με τη ζωή το θάνατο, τους αιώνες
Με τους αιώνες». Και συ, μόλις που είπες,
Πως μες στα φρένα σου φώτα ολοένα
Ο πατρικός βυθός, δειλιάζεις τώρα
Στο χωρισμό;


Α' ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
Κύριε, το ξαίρω, σφάλλω.
Τι το πιστό σκυλί καλά γνωρίζει
Ν' αγρυπνήσει του κυρίου του τον τάφο.
Κι όλα αν τα χάσω, ετούτο δεν το χάνω.
Μα πώς να χάσω, Κύριε, τη φωνή Σου,
Που, ως την ακούω, λέω, πως τότε μόνο
Το παραπέτασμα του ναού τραβιέται,
Στ' άδυτα νάμπω των αδύτων; Πες μου,
Όλα αν τα χάσω, αυτό πως να το χάσω;


ΟΡΦΕΑΣ
Αληθινά συρμένη είναι μπροστά σου
Βαρειά κατάχνια, μήτε που η φωνή μου
Μπορεί με μιας να τη διαλύσει. Ελάτε
Σιμότερα, όχι τη φωνή μου μόνο
Ν' ακούστε, μα το χτύπο της καρδιάς μου!
Ελάτε ακόμα πιο σιμά.
Κοιτάχτε
Στα βάθη Σας και πέστε μου: Θυμάστε,
Πως Σας εδιάλεξα μαζί κι έναν-έναν;
Μύριοι μ' ακλούθααν το γιατί, δε ξαίραν
Κι οι ίδιοι, ουδέ το ξαίρουν. Αλλ' ως, όταν
Αρχίσει ξάφνου ο ήλιος ν' αναλιώνει
Τα χιόνια στα βουνά και στα ποτάμια
Τους πάγους, τα νερά λευτερωμένα
Κατρακυλάνε καταρράχτες, όμοια,
Μόλις ακούστη η λύρα κι η φωνή μου
Μες στους λαούς, ωρμήσαν πίσωθέ μου
Πλήθη πολλα ως ποτάμια κι ως ετούτα,
Στη θάλασσα αν ορμήσουν, δε μπορούνε
Να ξαναστρέψουν πίσω ή να σταθούνε,
Όμοια κι αυτά ακλουθούσαν.
Μα ήταν κάποιοι
Στα πλήθη μέσα, που κανείς δε μπόρει
Γιατί ερχόνταν να πει. Τι μες στο ρέμα
Των άλλων εφαντάζαν, σαν οι βράχοι,
Που τ' αντισκόβουν κι ήταν μόνοι απ' όλους,
Σιωπηλοί, σκοτεινοί, συλλογισμένοι,
Σα να ρωτιώνταν: Τί γυρεύει ετούτος
Να κάμει; Είν' άνθρωπος ή θεός; Δαίμονας είναι;
Κι απ' όλους εφαινόντανε σα νάταν
Στη συμπονιά πρωτόμαθοι, στη γνώμη
Την καλή σαν κρυφά ν' αντιστεκόνταν
Με τράχηλα σταλόν, ενώ στο Νόμο,
Που προβοδούσε η Λύρα κι ο Χορός μου,
Μύριες θερίζονταν ζωές. Και τούτοι,
Σα να μεθούσαν από το αίμα μόνο,
Που πλημμύραε παντού, πως πλημμυρίζει
Την άνοιξη τη γην η παπαρούνα,
Στη μάχη πρώτοι εχύνονταν, να νοιώσουν
Τη μυρουδιά του, πλούσια που σκορπιώταν
Τριγύρα τους, κι αλόγιαστα να πάρουν
Απ' τον αγώνα μια πληγή σα δώρο,
Να ξαλαφρώνει το δικό τους.
Τάχα για ποιούς μιλώ;


Β' ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
Κύριε, για μας. Κι αν είναι
Η θελησή Σου, άφησε μένα τώρα
Να ξακολουθήσω.


ΟΡΦΕΑΣ
Λέγε, είν' η ψυχή σου
Ψυχή μου.

ΔΥΟ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ - ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ




ΕΔΩ

ΑΦΙΕΡΩΜΑ: ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ (15/3/1884 - 19/6/1951) (4ον)


ΑΦΙΕΡΩΜΑ: ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ (15/3/1884 - 19/6/1951) (4ον)

Ἀρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός, Ὁ Δωριέας Πρωθιεράρχης μας
Ἄρθρο ποὺ γράφτηκε στὰ 1941,
περιέχεται στὸ βιβλίο:
«Ὁ Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός»,
τοῦ Δημοσθένη Κούκουνα,
Ἐκδόσεις Μέτρον, β´ ἔκδ. Αθήνα 2004.

---------------------------------------------------------

Ἀντικρίζοντας ὑπεύθυνα, τὴν ὥρα αὐτὴ τὸ θέμα τῆς μεγάλης ἐκκλησιαστικῆς προσωπικότητας τοῦ Νέου Πρωθιεράρχη μας Δαμασκηνοῦ, ἀντικρίζω ἀσφαλῶς αὐτὸ τὸ θέαμα στὴν πιὸ ἁδρὴ ἐξωτερική του φάση καὶ μαζὶ στὴν πιὸ πηγαία ποὺ τὸ φωτίζει καθαρὰ ἐσωτερικὴ μεταβολή. Ἐννοῶ μὲ τοῦτο τὴν καταβολὴν ἐκείνη, χάρη στὴν ὁποία διαπιστώνουμε πὼς ὁ πραγματικὸς Ἱεράρχης, ἀπαράλλαχτα ὅπως ὁ πραγματικὸς Ποιητής, «δὲν γίνεται ἀλλὰ γεννιέται», καὶ πὼς εἶναι καλεσμένος πρὶν ἀπ᾿ ὅλα ἀπὸ την ἴδια του τὴ φύση, στὸ τραχύ του, θεοπρόβλητο μαζὶ καὶ κοσμοπρόβλητο προορισμό. Καὶ χωρὶς ἄλλο, τέτοια εἶναι ἡ βασικὴ γεννητικὴ καταβολὴ τῆς φυσικῆς Ἀρχιερωσύνης, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε, τοῦ σημερινοῦ Πρωθιεράρχη μας Δαμασκηνοῦ.

Στὸ μεταξύ, ἐγνωρίζαμε βεβαιότατα, μὲ κάποιο τρόπον ὅλοι μας τὴν ἰσχυρὴ αὐτὴ χριστιανικὴ μορφή, ἀπὸ τὴν πανεύφημη ἀκτινοβολία, ἐδῶ καὶ λίγα χρόνια, τῆς λαμπρῆς καὶ καθαὐτὸ ἡρωικῆς κοινωνικῆς του δράσης, ἔπειτα ἀπὸ τοὺς σεισμοὺς τῆς Κορινθίας. Ἀλλὰ λίγοι, ἐλάχιστοι ἀσφαλῶς, μαντεύαμε ἔκτοτε, ἀπὸ ποιὰ στρώματα πραγματικὰ ἐσωτερικοῦ δυναμισμοῦ ἐξεπήγαζε ἐκείνη ἡ δράση, ὡς μιὰ πρώτη φωτεινὴ ἐκδήλωση τοῦ ὀργανικοῦ πυρήνα ζωῆς καὶ πίστης, ποὺ ἀποτελεῖ τὸ βάθος καὶ τὸ βάρος τῆς ἁδρῆς προσωπικότητας αὐτῆς.

Ἂν ἀπ᾿ τὴν πρώτη μου λοιπὸν μαζί του - ἐδῶ περίπου καὶ δυὸ χρόνια -ψυχική μου γνωριμία, διαπιστώνοντας τὸ βάρος τοῦ ὀργανικοῦ αὐτοῦ πυρήνα ζωῆς καὶ πίστης, πού, ὅπως εἶπα, ἀποτελεῖ τὸ κέντρο τῆς μορφῆς τοῦ τωρινοῦ μας Πρωθιεράρχη, ἐχρωστοῦσα, ὅπως πιστεύω, νὰ τονίζω, ὅπου μποροῦσα, τὴ χαρὰ τῆς διαπίστωσης αὐτῆς, πόσο ἁδρότερη δὲν πρέπει νά ῾ναι τάχα αὐτὴ τὴν ὥρα ἡ ὀφειλή μου ἀπέναντί του, ὅταν καθ᾿ ὅλες τὶς σκληρὲς καὶ τραγικὲς ἡμέρες τοῦ πολέμου ἡ ἁπλὴ αὐτή μου γνωριμία εἶχε πιὰ πάρει, σὲ μιὰ ἀδιάκοπη πνευματικὴ ἐπικοινωνία μαζί του, τὸ ρυθμὸ μιᾶς σταθερῆς διείσδυσης στὰ μυχιαίτερα τῶν αἰσθημάτων του, τῶν ἀγωνιῶν του, τῶν ἀρρενωπῶν παλμῶν, τῶν βαθιῶν Ἑλληνικῶν του στοχασμῶν!

Ἀνάγκη ὡστόσο, ὅπως νομίζω, νὰ προτάξω ἕνα μέρος ἀπ᾿ τὴν πρώτη μου ἐκείνη ἐπαφή, ποὺ μ᾿ ἐβοήθησεν ἀργότερα νὰ μπῶ πιὸ φωτεινὰ στὴν Δωρικὴν αὐτὴ ψυχή, μὲς στὴν ὁποία, ζωτικὴ Παράδοση καὶ στρατευόμενη Ἱστορία, Θεωρία καὶ Πράξη, Ἆθλος καὶ Ἔλεος, συγκεντρώνονται σ᾿ ἕνα μονάχα, ἀδιαίρετο κι ἀδιάσπαστο, βουλητικὸ θρησκευτικὸ παλμό.

—Ὅταν λοιπόν (μοῦ ῾πε ἀπ᾿ τὰ πρῶτα μας λόγια) ἐβρέθηκα ἄξαφνα, ἔπειτα ἀπὸ τόση κίνηση καὶ δράση πού ῾χα συνηθίσει, στὴ μεγάλη ἐτούτη σιωπὴ καὶ μοναξιὰ ποὺ μᾶς κυκλώνει, ἡ ἀρχική μου ἐντύπωση ἦταν πὼς ἀκέρια ἡ προηγούμενη ζωή μου διαλύονταν σ᾿ ἕνα ὄνειρο βαθύ. Ἀλλὰ σκύβοντας ὁλοένα στὸν ἑαυτό μου, δὲν ἐβράδυνα νὰ νιώσω πὼς ἴσα-ἴσα μὲς σ᾿ αὐτὴ τὴ μοναξιὰ καὶ τὴ σιωπὴ ἀναδυότανε ἀπὸ μέσα μου ἕνας τόνος σταθερότητας πνευματικῆς καὶ ψυχικῆς, ποὺ ἀναζωογονοῦσε καὶ ποὺ ἑδραίωνε ὅλους τοὺς βαθύτερους δεσμούς μου μὲ τὴ ζωή, σὲ μιὰ σειρὰ καὶ σὲ μιὰ τάξη νέων, ζωηρότερων ἀκόμα κι ἀπὸ πρίν, σχεδίων, συμπερασμάτων, στοχασμῶν. Κι αὐτὸ ἁπλούστατα, γιατὶ ἡ σταθερότητα τοῦ ψυχικοῦ αὐτοῦ τόνου ἐξεπήγαζε βαθιά μου, ἀπὸ τὴ σύνθεση τῶν πιὸ κρυφῶν δυνάμεων τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς, - ποὺ δὲν ἐπαύσανε ποτὲ νὰ λειτουργοῦν ἀκοίμητα βαθιά μου, - ἀπὸ τὴ δύναμη τῆς Πίστης καὶ τοῦ Πόνου. Ἔτσι, ὅλα τὰ πράγματα καί, σύγχρονα μ᾿ αὐτά, ἀκέρια ἡ προηγούμενή μου πείρα ζωῆς, ἀνασυνδέονταν μεταξὺ τους σ᾿ ἕνα κόσμο ἀνωτέρων πνευματικῶν καὶ ψυχικῶν ἁρμονιῶν. Σὲ τρόπο ποὺ στοχάστηκα νὰ γράψω ἴσως, ἀντλημένο ἀπὸ τὴν πείρα ὅλου αὐτοῦ τοῦ τελευταίου καιροῦ, ἕνα βιβλίο ποὺ νὰ τὸ λέω: «Οἱ χαρὲς τοῦ πόνου».

«Ἄλλωστε ἴσως», ἐκατέληξεν, «ὁ Κύριος μὲ τὴν πείρα αὐτὴ μὲ προετοιμάζει καὶ μ᾿ ἐπιφυλάσσει γιὰ ἄλλες πιὸ σκληρές, ἢ πιὸ ὑπεύθυνες καὶ πιὸ ἀπαιτητικὲς ἡμέρες!».

Ἔτσι ἀκριβῶς, κι ἀπὸ τὰ πρῶτα τοῦτα λόγια του σὲ μένα, ὅταν τὸν ρώταγα γιὰ τὴν καινούργια ζωή του στὴ Μονή, μοῦ πρόσφερε, μὲ μιὰ σαφήνειαν ἄπλετη, τὸ μέσο νὰ ἐκτιμήσω πόσο ὁ ἐσωτερικὸς καὶ ὁ ἐξωτερικὸς συγχρόνως ἄνθρωπος συνδεότανε καὶ ἰσορροποῦσαν τόσο θαυμαστὰ βαθιά του, ὥστε τὰ ἴδια αἴτια, ποὺ συνήθως γίνονται ἀφορμὴ ἐσωτερικῆς διάσπασης στοὺς περισσότερους ἀνθρώπους, νὰ δουλεύουνε γι᾿ αὐτὸν ὡς νήματα στερεὰ τοῦ ζωντανοῦ ἱστοῦ τῆς πίστης του, τῆς σκέψης του, τῶν αἰσθημάτων του, τῆς ἐνεργοῦ ὡς τὰ μύχια βούλησής του.

Ἀλλ᾿ ὅλ᾿ αὐτά, μὴ δὲ φαίνονταν ἐναργέστατα, ἀκόμα καὶ στὴν ἐξωτερικὴ παράστασή του; Ἐξαιρετικὰ ψηλή, εὐθυτενής, ἁδρὴ συγχρόνως καὶ λεπτή, διαγραφόμενη ἀπάνω στὸν ὁρίζοντα ἀπὸ τὰ συνήθη ἀνθρώπινα ἀναστήματα, καθὼς ἀπάνω στὸ συνήθη ὁρίζοντα τῶν δέντρων διαγράφεται ἡ μακρόσχημη ὀρεινὴ ἐλάτη, μὴ κι αὐτὴ δὲν προσδιόριζε, θὲ νά ῾λεγε κανείς, ἐξίσου καὶ τὴν ἐσωτερικὴν εὐθύτητα, λεπτότητα καὶ ἁδρότητά του, σὰν μιὰ κάθετη στὸ μέσο ἀπὸ τὶς πλαγιασμένες ἢ ἀβέβαια συγκλίνουσες παράπλευρες γραμμές; Καὶ μὴ δὲν πρόσφερε ἔτσι τὴν εἰκόνα τοῦ ἱεράρχη ἢ τοῦ ὁσίου, ὅπως ἡ ἐθνικὴ ψυχή μας τὴν ὁραματίσθη ἀπ᾿ τοὺς ἀπώτατους καιροὺς καὶ τὴν ἐκληρονόμησεν ἀκέραιη ἀπ᾿ τὴ μιὰ στὴν ἄλλην ἐποχὴ τῆς Ἱστορίας μας, - εἴτε Δελφικὴ λεγόταν τούτη, εἴτε Ἐλευσίνια, εἴτε Χριστιανικὴ - ἀλλὰ τὴν φορὰν αὐτὴ ὡς μιὰ πλήρη σύνθεση, οὐσιαστικὰ διαιώνιας Ἑλληνικῆς «γραφῆς».

Καὶ μὴ προπάντων αὐτὴ ἡ ἴδια καθημερινή του πολιτεία ζωῆς, ἁπαλλαγμένη ἀπόλυτα ἀπὸ κάθε φόρτο κι ἀπὸ κάθε ὑπερβολή, δὲν ἐφανέρωνε τὴν πλήρη ἐναρμόνιση τῶν δυνάμεών του, συνδεμένων πάντα πρόθυμα καὶ ἀβίαστα στὴ διακονία καὶ τὴν ἐκπλήρωση τοῦ Χρέους, ἀπ᾿ τὰ ὑψηλότατα ὥς τὰ πιὸ συνήθη, κι ὥς τὰ πιό, γιὰ τόσους ἄλλους, ταπεινά;

Στὸ μακρινὸ διάστημα πού, κάτοικος κ᾿ ἐγὼ ἑνὸς μικροῦ παραλιακοῦ σπιτιοῦ ποὺ ἀνήκει στὴ Μονὴ Φανερωμένης Σαλαμίνας, τὸν παρακολούθησα σ᾿ αὐτὴ τὴν καθημερινή του, ὅπως προεῖπα ζωὴ καὶ πολιτεία, οὔτε μιὰ φορὰ δὲν ἦταν ποὺ ἡ πολιτεία αὐτή του νὰ μὴ πειθαρχήσει, ὄχι διόλου ἀπ᾿ τὴ στενὴ ἢ σχολαστικὴν ἀντίληψη μὲ τὴν ὁποία σφραγίζει ἢ μηχανοποιεῖ τοὺς περισσότερους ἀνθρώπους τὸ καθῆκον, ἀλλ᾿ ἀπὸ μία πλούσια σύνδεσή του μὲ τὸν ἴδιο ζωτικὸ Ρυθμὸ καὶ Νόμο τῆς βαθύτερης ζωῆς του, στὴν ἐξόφληση τοῦ χρέους τῆς ζωντανῆς ἀλληλεγγύης μὲ τὸ τόσο πενιχρὸ ἀλλὰ καὶ τόσο συγκινητικὸ τριγύρωθέ του περιβάλλον -εἴτε αὐτὸ τὸ περιβάλλον ἦταν οἱ ἄνθρωποι τοῦ λαοῦ, ποὺ τὸν πλησίαζαν πάντα καθὼς τὰ μικρὰ παιδιὰ πλησιάζουν μιὰ μητέρα· εἴτε τὰ δέντρα τοῦ μικροῦ του κήπου, ποὺ τὰ πότιζε ἢ τὰ κλάδευε ὁλοένα μοναχὸς του· εἴτε τὰ ζῷα μὲ τὰ ὁποῖα, ὅπως κάθε «φύσει ἅγιος», συμπονοῦσε καὶ βοηθοῦσε· εἴτε ἡ ὥρα τοῦ πρώτου ὄρθρου ἢ τοῦ ἀπόδειπνου, ποὺ πάντοτε τὸν ἔβρισκε πρωτύτερα ἀπὸ ὅλους σὰν ἁπλὸ Λευΐτη στὴ σκοπιὰ τῆς προσευχῆς του ἢ τοῦ ψαλμοῦ του· εἴτε τὴν ὥρα τῆς μελέτης, τῆς βαθύτερης θεωρίας, ἐταστικῆς συγκέντρωσής του ἢ «θεοθρέμμονος» σιγῆς του. Ὁπουδήποτε κι ὁποτεδήποτε, ἡ ἐξόφληση, ὅπως εἶπα, αὐτοῦ τοῦ χρέους τῆς ζωτικῆς ἀλληλεγγύης τὸν ἐκαλοῦσε, ἡ ἀπόλυτα ἔγκαιρή του παρουσία ἀπεικόνιζε, θὰ νά ῾λεγε κανείς, τὴν παρουσία αὐτῆς τῆς ἴδιας κοσμικῆς ἀλληλεγγύης κι ἀλληλεξάρτησης ποὺ ἀποτελεῖ θρησκεία, ἢ καλύτερα, αὐτὴ τούτη τὴ θρησκεία ποὺ συνδέει μεταξὺ τους ὅλα τὰ ὄντα καὶ τὰ βάνει διαρκῶς μέσα στὸν ἴδιο δυνατὸ καὶ συνυπεύθυνο παλμό.

«...Κι αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι τὸ κύριο, τὸ βαθύτατό του γνώρισμα, ἡ ξεχωριστὴ «σφραγὶς δωρεᾶς τοῦ Πνεύματος», ἀπάνω σ᾿ ὅλη του τὴν ὕπαρξη καὶ σ᾿ ὅλη του τὴ στάση μὲς στὴ ζωή. Μιὰ καθαρὴ καὶ μιὰ διαρκῶς δονούμενη συνείδηση τῆς βασικῆς ἀνθρώπινης μαζὶ καὶ κοσμικῆς ἀλληλεγγύης, ὄχι διόλου στὴ μηχανική της ἔκφραση, ὅπου προσπαθεῖ νὰ τὴ συνθλίψει μὲ τὸν ἕνα ἢ ἄλλο τρόπο ἡ ἐποχή μας, κάνοντας κι ἀπὸ τὴ φύση κι ἀπ᾿ τὸν ἄνθρωπο κι ἀπ᾿ τὰ πράγματα ἀριθμοὺς καὶ σχήματα νεκρά, ἀλλὰ στὴν παλλόμενη κοινωνικοθρηκευτικὴ καταβολή της, ποὺ ριζώνει, σ᾿ ὅποιον ἔχει ἀμείωτη τὴ συναίσθηση ἐτούτης τῆς καταβολῆς, μέσα στὸ ἴδιο δέος τῆς ἱερῆς ἀνθρώπινης ἐλευθερίας, μὲς σ᾿ αὐτὸ τὸ ἴδιο jubere, καὶ μὲς σ᾿ αὐτὸ τὸν ἴδιο ποὺ «ἕως ἄρτι ἐργάζεται» στὰ βάθη μας, δημιουργικὸ Θεό. Συνείδηση ποὺ ἀντανακλᾶ ἀπευθείας, ἄλλωστε, τὸ φωτεινό της χαρακτήρα στὴν προέχουσα γι᾿ αὐτὸν ἀπάνω ἀπ᾿ ὅλα Ἀρχὴ τῆς Δράσης, ὄχι διόλου ὡς ἀπορρέουσα ἀπ᾿ τὸ κέλευσμα μιᾶς κάποιας αἰσθηματολογικῆς ἀξίωσης τῆς Φιλανθρωπίας, ἀλλ᾿ ἀπ᾿ τὴν πιὸ πηγαία κι ἀποφασιστικὴν ἀντίδραση ἐναντίον ὅλων τῶν ἐμποδίων, ποὺ στὸ δρόμο τῆς κοινῆς ἀνθρώπινης ἀνύψωσης, ὅπως πρεσβεύει ἐκεῖνος πρῶτος, εἶναι προσβολὴ ἀσυγχώρητη ἐναντίον τῆς βαθύτερης ἀνθρώπινης Ἀξίας κι αὐτοῦ τούτου τοῦ βαθύτερου τῆς ὕπαρξης σκοποῦ...».

Καὶ χωρὶς ἄλλο, αὐτὸ τὸ γνώρισμα, ἡ ξεχωριστὴ αὐτὴ σφραγίδα Πνεύματος ἀπάνω του, ὡς προεῖπα, εἶν᾿ ἐκεῖνα ποὺ μᾶς πείθουν, πόσο σήμερα ἡ κάθοδος τοῦ Πρωθιεράρχη αὐτοῦ μέσα στὸ στίβο τῆς σκληρῆς κοινωνικῆς μας καὶ ἐθνικῆς πραγματικότητας, βρίσκει ἀναμφίβολα τὸ κέντρο κι ἀπηχεῖ ὥσμε τὰ μύχια τῶν βαθιῶν Ἑλληνικῶν μας ἀγωνιῶν! Περιβλημένος ὄχι μόνο ἀπὸ τὸ κύρος μιᾶς διαιώνιας παράδοσης, ἀλλὰ προπάντων ἀπ᾿ τὴν ἴδια Δωρικὴ δημιουργική του ἠθική, μὲς στὴν ὁποία μαζὶ μὲ τὴν παράδοση συντρέχει καὶ ἡ ὀρθὴ ἐκτίμηση ὅλων τῶν συγκαιρινῶν ἱστορικῶν μας συνθηκῶν, εἴμαστε βέβαιοι πὼς θὰ προχωρήσει ἀκλόνητα πρὸς τὸν τραχύ του σύγχρονο προορισμό.

Ἀκόμα πιὸ συγκεκριμένα: εἴμαστε βέβαιοι πώς, ἐπιστρατεύοντας ὁλόκληρα τὰ δῶρα τῆς προσωπικότητάς του - τὸ βαθὺ ἀνδρισμό, τὴ νόηση, τὴ συγκίνηση, τὴν πίστη του, τὴ θέλησή του - θὰ γενεῖ ἱκανὸς νὰ τάξει, στὴν ὀργάνωση τῆς ἠθικῆς καὶ ὑλικῆς μαζὶ ἀλληλεγγύης τῶν σημερινῶν κοινωνικῶν μας αἰτημάτων, οὐσιαστικοὺς ἀντικειμενικοὺς σκοπούς, ἐπισφραγίζοντάς τους πάντα μὲ το ἴδιο του παράδειγμα καί, στὴν ἀνάγκη, μὲ τὴν ἴδια του Θυσία, γιὰ νὰ πετύχει τὴν ἐκπλήρωση ἐτούτων τῶν σκοπῶν. Σὲ τρόπο πού, λουσμένος ὁ ἴδιος μὲς στὸ αἴσθημα τῆς ἀνακαίνισης ὁποὺ καλεῖται σήμερα νὰ προαγάγει ὁλόγυρά του, νὰ μπορέσει νὰ πλησιάσει στὴ συνείδηση τοῦ κόσμου ὁλοζώντανο τὸν ἄνθρωπο Ἰησοῦ, καθὼς δὲν ἔγινε ἴσως ὦσμε σήμερα ἄλλοτε ποτὲ ἀπ᾿ τὴν Ἐκκλησία, καὶ νὰ ἐμπνεύσει σ᾿ ὅλους μας σὰν σύνθημα κοινωνικό μας καὶ ἐθνικὸ μαζί, τὰ ἴδια τοῦτα λόγια τοῦ Χριστοῦ στοὺς μαθητές του: «Μάθετε ἀπ᾿ ἐμοῦ (μάθετε, δηλαδή, ἀπὸ μὲ τὸν ἴδιο, μάθετε ἀπ᾿ τὸ ἴδιο μου παράδειγμα), ὅτι ὁ ζυγός μου χρηστὸς καὶ τὸ φορτίον μου ἐλαφρόν ἐστι».

Ἔτσι ἀντικρίζω, στὶς ἐλλειπτικὲς αὐτὲς γραμμές μου, τὴν προσωπικότητα καὶ τὴν ἀποστολὴ τοῦ νέου Πρωθιεράρχη μας Δαμασκηνοῦ, ἔχοντας ὑπ᾿ ὄψη μου πώς, ἄν, μὲς στὴν κοινὴν ἐκτίμηση, μιὰ ὁποιαδήποτε ἰεραρχικὰ ἀνώτερη ἐκκλησιαστικὴ προσωπικότητα ὀφείλει νά ῾χει, ἀντίκρυ σ᾿ ὅλες τὶς τυχὸν ὁλόγυρά της χρονικὲς ἀξίες, ἕνα πολὺ διαρκέστερο κι οὐσιαστικότερον ἱστορικὸ προορισμό, ἀσφαλῶς τότε, στὴν περίπτωση ποὺ αὐτὴ ἡ προσωπικότητα, ὅπως εἶπα ἀπ᾿ τὴν ἀρχὴ αὐτοῦ μου τοῦ ἄρθρου, εἶν᾿ ἀπὸ κεῖνες ποὺ γεννιῶνται καὶ δὲν γίνονται, ἀσφαλῶς τότε, λέω, αὐτὴ ἡ προσωπικότητα ἠμπορεῖ νὰ πάρει, καὶ προπάντων μέσα σὲ ὧρες συνθηκῶν σὰν τὶς δικές μας, μιὰ βαθιὰ καὶ γενικότερη γιὰ μᾶς ἀποστολή. Κι ἀκριβῶς τέτοια αὐτὴ τὴν ὥρα εἶν᾿ ἡ περίπτωση τοῦ νέου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν Δαμασκηνοῦ, ὡς ἔχω δώσει, ἀπ᾿ ὅσα εἶπα, νὰ νοηθεῖ. Τὰ ἰσχυρότατα θρησκευτικὰ ἀλλὰ καὶ γι᾿ αὐτὸ ἀκριβῶς κοινωνικὰ ἔνστιχτά του, ἢ καὶ τ᾿ ἀνάπαλι, ἕνα τεράστιο καὶ βαθὺ ἱστορικὸ του ὑποσυνείδητο, ποὺ τὸν βοηθεῖ νὰ ἐκτιμᾶ τὴ διαιώνια πορεία τῆς Ἑλλάδας στὴν ἁγνὴ πνευματικὴ διάρκειά της, τὸ ἑνιαῖο Δωρικό του ἦθος - ὅλ᾿ αὐτά, ὑψώνοντάς τον σταθερὰ πολὺ πιὸ ἀπάνω ἀπὸ τὴν τόσο κυμαινόμενη μορφὴ τῶν τεχνητῶν πνευμάτων ποὺ ὑπακούουν στὴ μονομέρεια ποὺ δεσπόζει εἴτε στὶς ἰδεοκρατικὲς εἴτε καὶ στὶς ὑλιστικές τῆς σύγχρονής μας Ἱστορίας ἀντιλήψεις, τὸν βοηθοῦν νὰ ἰσορροπήσει ὀργανικὰ μέσα στὴν ἴδια του συνείδηση τὸ ζωτικό του μέγα χρέος ἀπέναντι τῆς ἐποχῆς μας.

Καμιὰ ὡστόσο ἀμφιβολία πὼς τὸ βάρος ὁποὺ πρόκειται νὰ ὑψώσει εἶναι πολύ. Ἀλλὰ τὸ ξέρει αὐτὸς ὁ ἴδιος πρῶτος. Αὐτὸς πρῶτος ξέρει τέλεια, πὼς ἀνάμεσα ἀπὸ μιὰ πραγματικὰ θρησκευτικὴν ἀποστολήν, καθὼς αὐτὴ ἡ ἀποστολή του ἀποκαλύπτεται στὰ βάθη τῆς προσωπικότητάς του καὶ ἀνάμεσα στὴ γύρα του ἐποχή, ὑπάρχει κάτι τὸ ἀγεφύρωτο καὶ ἀσύμβλητο σχεδόν. Ἀλλά, συγχρόνως, ξέρει πὼς αὐτὴ ἡ ἀποστολὴ δὲν πρέπει ὁλότελα νὰ βλέπεται ἀπὸ τὴ γωνία τῆς ὁποιασδήποτε προσωπικῆς ἱκανοποίησης ἢ ἀπογοήτευσης ποὺ δυνατὸ νὰ προκαλέσουν εἴτε οἱ πιθανὲς ἐπιτυχίες εἴτε οἱ πιθανὲς ἀποτυχίες τοῦ θερμὰ ἐπιδιωκόμενου σκοποῦ. Καὶ ἡ μεγαλύτερη τυχὸν προσωπικὴ ἀποστολὴ αὐτή, τὸ ξέρει τέλεια ὅτι εἶναι ἐνταγμένη μὲς σὲ κάτι γενικότατο καὶ μέγιστο· ἐνταγμένη σ᾿ ἕνα διαιώνια στρατευόμενον ἀγώνα, τὸν ἀγώνα ὅλων τῶν ἡρῴων καὶ ὅλων τῶν μαρτύρων γιὰ τὸν ἴδιο ἀπροσμέτρητο κοινωνικοθρησκευτικὸ σκοπὸ ἐνταγμένη μὲς στὸ νόημα τῆς καθολικῆς ἀγάπης· ἐνταγμένη μὲς στὸ νόημα τῆς καθολικῆς δικαιοσύνης· καὶ ἐπιτέλους, γιὰ νὰ μεταχειρισθοῦμε αὐτὴ τὴν ἴδια ὑψηλὴν ὁρολογία τοῦ ἱεροῦ ὑπουργήματός του, ἐνταγμένη μέσα στὸ αἴτημα τῆς ἴδιας «Βασιλείας τοῦ Θεοῦ».

Ὁ ἐνθρονιστήριος λόγος του, ἄλλωστε, ὅπου γιὰ πρώτη ὡς σήμερα φορά, τὸ βάρος καὶ ἡ εὐθύνη τοῦ Ὀργανισμοῦ τῆς Ἐκκλησίας πέφτει ὁλόκληρο στὸ κέντρο τῶν σκληρῶν κοινωνικῶν πού μᾶς κυκλώνουν προβλημάτων, τὸ δηλώνει καθαρά. Ὁ Δαμασκηνὸς ὑπόσχεται ν᾿ ἀγωνισθεῖ. Θ᾿ ἀγωνισθεῖ ἀπ᾿ τὸ ὕψος τῆς προσωπικότητάς του, τῆς «φυᾶ κρατίστης πάσης», ὅπως καὶ ἀπ᾿ τὸ ὕψος τῶν κοινωνικῶν καὶ ἐθνικῶν μας περιστάσεων, καὶ θ᾿ ἀγωνιστεῖ ἀπ᾿ τὶς δυὸ αὐτὲς ἐπάλξεις μ᾿ ὅλο του τὸ σθένος, μ᾿ ὅλη του τὴ θέληση, μὲ ἀκέριο του τὸν ἀκατάβλητο καὶ ἀνώτερο ἀνδρισμό. Κι αὐτὸ ἀρκεῖ γιὰ ὅποιον ξέρει πόσο σήμερα ὁ ἀγώνας του προβάλλεται τραχύς. Ἀρκεῖ γιὰ ὅλους - κ᾿ εἶναι ὁλόκληρος λαὸς - ποὺ διαισθάνονται ποιὸς εἶναι. Κι ἀρκεῖ ἀπόλυτα, ἀναμφίβολα, γιὰ μέ, ποὺ ξέροντάς τον καὶ πιστεύοντας βαθιὰ στὴν ἀκατάβλητη ἀξία του κι Ἀρετή, τὸν προσφωνῶ μὲ τὶς λιτὲς αὐτὲς γραμμές μου Δωριέα Πρωθιεράρχη, καὶ προκαταβολικὰ τὸν χαιρετίζω μὲ τὶς ἴδιες, θεοπρόβλητο μαζὶ καὶ κοσμοπρόβλητο ἐθνικό μας κ᾿ ἡρωικὸ κοινωνικὸν Ἀγωνιστή!

Ὁ ὕπνος τοῦ Μιστράλ
Τὰ λαμπρὰ βώδια, στριφτοπόδα, πᾶνε,
Ξεσέρνοντας ἀργὰ τὴ νεκροφόρα,
Μὲ τὸ ἅγιο λείψανό σου· κ᾿ ἔρμη ἡ χώρα
Ἀπ᾿ τοὺς πιστούς σου, ὁποῦ σκυφτοὶ ἀκλουθᾶνε,
Τὴ φωτεινὴ ν᾿ ἀποζητάει φωνή τους
Καθώς, σὰν τὰ κεντάει μὲ τὴ βουκέντρα,
Βαθιὰ ὁ ζευγᾶς—κι αὐτὰ δὲ μουκανιῶνται,
Μὲ πλέριο ἄχον, ἄναμιεσα στὰ δέντρα·
Ὅμως, τὰ γερατιά σου τ᾿ ἀνθοφόρα,
Ποῦ στῆς ζωῆς σου ἐρέψανε τὴ ρίζα,
Σὰ μυγδαλιᾶς, ἀπὸ προσήλια μπόρα,
Εἶδαν τὴ γῆ σου, ἀπάρθενη, ὀρθοβύζα,
Στοῦ ὕπνου σου τὸ ἄκουσμα, βαθιὰ νὰ νιώσει
Τῆς δόξας τὸν ἀθάνατον ἰχώρα.
Τί, ἂν ἀπ᾿ τοὺς βάλτους τῆς Καμάργας, ἴσια
Μὲ τῆς Ἄρλης τὰ ρείπια, ἀχολογᾶνε,
Οἱ καμπάνες, ἀργά, στὰ ἐρημοκκλήσια ;
Ρετσίνι ἁδρό, εὐωδᾶν τὰ κυπαρίσσια !
Καὶ ὁλόγυρα, βυζαίνοντας, βογγᾶνε
Τὰ χρυσὰ πρωτοξάνοιχτα μελίσσια.
Καὶ νά, οἱ παρθένες δὲ μοιρολογᾶνε,
Μὰ ἐκεῖ ποὺ εὐλογημένος φέρνει ὁ δρόμος,
Ὅπου ἄφοβο πατάει καὶ τὸ κοτσύφι,
Στὰ μονοπάτια ὁποῦ θρασεύει ὁ φλῶμος,
Τὸ «χαῖρε» λέοντας, πρὸς τὴν Ἅγια Νύφη,
Πρὸς ἐσένα τὸ «χαῖρε» προβοδᾶνε.
Ὢ πόσο εὐλογητὸ τὸ κοιμητήρι,
Ποὺ θὰ δεχτῆ τὴ μνήμη σου, ὡς τὸ μαῦρο
Τοῦ Βασιλόπουλου ποιητή, ποτήρι,
Τοῦ Κήτς, ποὺ στὰ κατάβαθα χωμένο
Τῆς γῆς, ἐπόθησε νὰ πιεῖ, ἀπ᾿ τὸ λαῦρο
Μύρο κι᾿ ἀπ᾿ τὸ τραγούδι σου ἀδρωμένο !
Τί, ἂν ἀγρυπνᾶν γιὰ σέ, τὰ μοναστήρια;
Τί, τὥνα—τἄλλο, στὰ χωριά, ἂν ξυπνᾶνε
Τοῦ πόνου οἱ ἐκκλησιές, τὰ σημαντήρια ;
Τί, ἂν ὁ ἀχός, λιγοθυμώντας φτάνει;
Τὸ Ἡλιοβασίλεμά σου, ὅπως τὰ μύρια
Πουλιά, ποὺ πᾶνε νὰ κουρνιάσουν, κάνει
Ἀπ᾿ τὸ κελάηδισμα, ἕνα συντριβάνι,
Τὰ κυπαρίσσια, θεῖα, ν᾿ ἀχολογᾶνε!

14 ΜΑΡΤΙΟΥ 1914 ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΛΗ

Ὄχι δὲν εἶναι χίμαιρα
Ὄχι, δὲν εἶναι χίμαιρα
νὰ καβαλᾶμε τὸ ὄνειρο
τὴ θείαν ἐτούτη μέρα
ποῦ ὅλα, ὁρατὰ καὶ ἀόρατα,
κι ἐμεῖς κι οἱ ἥρωες καὶ οἱ θεοὶ
στὴν ἴδια ὁρμᾶμε μέσα αἰώνια σφαίρα

Πορτραῖτο τοῦ Μαβίλη
Νὰ κατεβεῖς λαγκάδια, νὰ περάσεις
νερὰ τρεχάμενα, πλατάνια, πεῦκα νά ῾ναι
χάρισμα ἡ ζωὴ ἀπ᾿ ἀθάνατα στοιχεῖα·
μὲ τὸ χέρι κάθε καρπὸ νὰ φτάσεις,

κερασιές, μυγδαλιές, ὅσα περνᾶνε
σὲ μία βουνίσια ἀπάρθενη ἡσυχία,
κι ἀπό ῾να ξάγναντο ἀνηφόρι
τῆς θάλασσας νὰ ἰδεῖς τὴν εὐτυχία!...

Καὶ νά ῾σαι ῾κειὸς ποὺ τόσον ἔχει ζήσει
ποὺ τὸ μέλι τὸ γεύεται ἀπ᾿ τὸ βάτο,
θυμό, βάρσαμο, ἀφάνα, ὡς μελίσσι...

Καί, μὲς στὸ μεσημέρι τὸ φλογάτο,
νά ῾σαι σὰν ἥλιος νά ῾χει πάει νὰ δύσει
-νά ῾ν᾿ ὁ μισὸς στὸ πέλαγο ἀπὸ κάτω...

Πρωτέας
Εἴπατε:
«Ἢ θὰ κάμουμε κάτι μεγάλο, ἢ δὲ θὰ γυρίσουμε πίσω...»
Τριγύρα Σας βούιζε τὸ πέλαο, κρυμμένο ἀπ᾿ τὰ κύματα
ὡς ἀπ᾿ ἄσπρα φτερὰ ποὺ πετοῦσαν ἀπάνω του σύρριζα,
κι ὁλοένα βυθίζατε μὲς στοὺς ὀγροὺς βαθιοὺς δρόμους,
κλειστοὶ στὸ μικρό Σας καράβι,
μὲς στὴν ἄβυσσο ὅπου ἄλλοτε λέγατε
πὼς κ᾿ ἡ ἴδια τρικυμία, σὰ μητέρα,
τὴ φτερούγα της θ᾿ ἅπλωνε ἀπάνω Σας,
τί, στὰ ἴδια πλευρά του
σὰν αἰχμάλωτο ἐκράτει τὸ σκάφος τὸν ἴδιο βοριὰ
μὲς στοῦ μέσα πελάου τὴ γαλήνη·

κ᾿ ἐκεῖ,
χαλινὸ σὰ νὰ βάζατε στὰ ἴδια τὰ κύματα
ποὺ ἀπάνω μαινόντανε,
ὡριμάζατε μόνο μιὰ σκέψη,
νὰ λυτρώσετε τὴν ἅγια μας θάλασσα
ἀπ᾿ τὸ κόκκινο μάταιο πανὶ τῶν Λατίνων,
καὶ μόνο
κάτασπρη φτερούγα νὰ τρέχει,
ὡσὰ γλάρου,
σὰν ἡ ἐλεύθερη σκέψη,
σὰν ἡ πνοὴ τῆς καθάριας ἀγάπης,
τῶν Ἑλλήνων ψαράδων τ᾿ ὀλάσπρο πανὶ
στὴ μεγάλη γαλάζια ἁπλωσιά της!

K᾿ ἐκεῖ μέσα, στὰ βάθη,
ἐκεῖ μέσα
ποὺ μήτε τοῦ ψαρὰ δὲν καλάρει
τὸ δίχτυ γιὰ ψάρια,
μόνοι, ἔξω ἀπὸ χρόνο καὶ τόπο,
δίχως πιὰ στὴν ἀκοή Σας νὰ φτάνει
ἡ βοὴ τῶν κυμάτων ἢ ὁ λόγος τοῦ ἀνθρώπου,
βαθιά, πιὸ βαθιά,
σὰ σὲ τάφο,
δίχως ὄνομα ἀπάνω κανένα ἀφημένο στῶν ἀνθρώπων τὴ μνήμη
ἄλλο ἀπ᾿ τ᾿ ὄνομα πού ῾χε ἀπὸ μύθο πανάρχαιο
τὸ ἴδιο Σας πλοῖο, ὁ «Πρωτέας»,
ἀπ᾿ τὸ μύθο πανάρχαιου θαλάσσιου θεοῦ
ποὺ σὲ μύρια συνάλλαζε πρόσωπα
τὴν αἰώνια του Ἐλεύτερη Οὐσία,

ὁλοένα,
ταξιδεύατε μέσα στὰ σκότη,
σὰ δελφίνια ποὺ ἀθώρητα τρέχουν στὴν ἄβυσσο μέσα,
ἀπ᾿ τὴν ἴδιαν ἐτούτη τὴν ἄβυσσο μία ὥρα νὰ βγεῖτε,
νικητήρια,
καὶ τότε μονάχα,
ἀντικρὺ στὸν ὀχτρό, ντροπιασμένο,
ν᾿ ἀνασάνετε πάλι τοῦ ἀπάνω τοῦ κόσμου τὸ γλυκύτατο ἀέρα,
τὸν ἀέρα ποὺ γιὰ ὅλους θὰ λυτρώνατε πλέρια!

Μὰ δὲν ἤρθατε πίσω!
Ἐκεῖ κάτου, στὰ βάθη, ποιὸς ξέρει
ἂν ὁ ἴδιος Πρωτέας δὲ Σᾶς κράτησε
στὰ κρυφά του τὰ δώματα μέσα,
μέσα στ᾿ ἅγια του δώματα,
πιὸ λαμπρὰ ἀπὸ τῆς εὔκολης δόξας τὰ τρόπαια,
μυστικὰ ριζωμένος στὴν καρδιὰ τῆς αἰωνιότητας·
τάχα ποιὸς ξέρει
ἂν ὁ ἴδιος θαλάσσιος θεὸς δὲ Σᾶς κράτησε ῥίζα,
ῥίζα κι ἄγκυρα αἰώνια τοῦ μύθου του,
πού ῾ν᾿ ὁ δικός του μαζὶ κι ὁ δικός μας·
ὅπου, ἂν ὅλα τὰ πρόσωπα ἀλλάζει
στὴ λαμπρὴν ἐπιφάνεια,
τὸ μπορεῖ
γιατὶ κλεῖ τὴν αἰώνιαν Οὐσία
ποὺ σὲ θεοὺς καὶ σ᾿ ἀνθρώπους
μηνάει σὲ περίσσιες μορφὲς ἀπ᾿ τὰ βάθη
τοῦ Κόσμου
τὴ μίαν ἱερή, μυστικὴ Ἐλευθερία!

Ὤ, καλοί μου, εἴπατ᾿ ἔτσι:
«Ἢ θὰ κάμουμε κάτι μεγάλο, ἢ δὲ θὰ γυρίσουμε πίσω!»
Καὶ κάματε κάτι, ἀπ᾿ αὐτὸ ποὺ νειρόσαστε
πιότερο ἀκόμα μεγάλο!
Δὲ σταθήκατε διόλου μεσόστρατα,
ἀπ᾿ τὴν ὥρα ποὺ μπήκατε μέσα
στοὺς ὀγρούς, βαθιοὺς δρόμους,
δὲ γυρέψατε ἀνάπαψη,
κι οὔτε στοχαστήκατε ἂν πρέπει νὰ γυρίσετε πίσω,
μὰ πηγαίνοντας πάντα μπροστὰ γι᾿ αὐτὸ ποὺ ῾νειρόσαστε,
τ᾿ ἄξιο, τὸ ἁγνό, τὸ μεγάλο,
λησμονήσατε ἀκόμα καὶ τὸν ἴδιο ἑαυτό Σας
ἀντικρὺ στὸ μεγάλο σκοπό Σας,
τώρα πιὰ πού ῾γινε ἕνα μὲ τὶς ρίζες τοῦ πελάου,
μὲ τὶς ρίζες τῶν αἰώνιων στοιχείων,
μὲ τὶς ρίζες βαθιὰ τῆς Ἑλλάδας,
μὲ τὶς ρίζες κρυφές της ψυχῆς μας!

K᾿ ἔτσι σήμερα
ὀρθὸς στ᾿ ἀκρογιάλι δὲ στέκω,
δὲ στέκει κανείς μας,
καρτερώντας τὸ κύμα νὰ φέρει ἀπὸ Σᾶς ἕνα λείψανο
ποὺ γυρεύει ταφή,
μά, κοιτώντας ἀφρισμένα τὰ κύματα
ἀπάνω νὰ ὁρμᾶνε
τό ῾να πίσω ἀπὸ τ᾿ ἄλλο
κι ἀκούοντας τὴ βουή τους,
Σᾶς βλέπουμε ἀκέριους,
κι ἀκέριους
Σᾶς ἀκοῦμε μὲς σ᾿ ὅλες τὶς μορφὲς καὶ φωνὲς τοῦ Πρωτέα,
τοῦ αἰώνιού Σας κ᾿ αἰώνιού μας Μύθου,
πανελεύτερους, ὤριους, γαλήνιους,
ἀπ᾿ τὰ βάθη τῶν βυθῶν ν᾿ ἀνεβαίνετε
πάμφωτα εἴδωλα νιότης
καί, τώρα,
νὰ ξεχύνετε μὲς στὸν ἀγέρα,
μὲ τοῦτα τὰ λόγια ἀπ᾿ τὴν ἄβυσσο μέσα,
τὴν ἄξια ψυχή Σας:

«Ἐδῶ μένουμε τώρα,
αἰώνιοι φρουροὶ μὲς στοῦ μέσα πελάου τὴ γαλήνη,
κ᾿ ἐδῶ πιά, χαλινοὺς σὰ νὰ βάζουμε στὰ ἴδια τὰ κύματα
ποὺ μαίνονται ἀπάνω,
θὰ ὡριμάζουμε πάντα μία σκέψη
λυτρωμοῦ γιὰ τὴν ἅγια μας θάλασσα
ἀπ᾿ τὸ κόκκινο μάταιο πανὶ τῶν Λατίνων,

»γιὰ νὰ τρέχει μεθαύριο, σὰν ἡ ὀλάσπρη φτερούγα τοῦ γλάρου,
σὰν ἡ πάναγνη ἀνθρώπινη σκέψη,
σὰν ἡ πνοὴ τῆς καθάριας ἀγάπης,
τῶν φτωχῶν τῶν ψαράδων Ἑλλήνων
ἐλεύτερο τὸ ἄσπρο πανὶ
στὴν αἰώνια γαλάζια ἁπλωσιά της!»

(ἀπὸ τὸ Λυρικὸς Βίος, E´, Ἴκαρος 1968)

Ραψῳδίες τοῦ Ἰόνιου. Γλαύκα
Γλαυκὸ τὸ Νήρυτον· τὸ δρῦ, θαμπὸ ποὺ γαλανίζει,
δὲ ρίχνει σκιὰ στὴ θάλασσαν, ἀσάλευτη ἀπὸ κάτου.
Στὴ λίμνη ἀποκαρώσανε σὰν ἄσπροι ἀνθοὶ κ᾿ οἱ γλάροι.
Μὰ τὸ ξεφτέρι κρέμεται σὲ δυὸ φτερὰ καὶ τρέμει
μὲς στὴ γαλάζιαν ἄβυσσο, πῶς τρέμουνε δυὸ φρύδια
γραμμένα, ἅμα ζυγιάζουνε μία συλλογὴ παρθένα...

K᾿ ἔπνεε μαγιάτικος βοριὰς στὸ Ἰόνιο χτές, κι ἀκόμα
τὸ κύμα εἶναι σὰν κρούσταλλο, κι ὁ ἄμμος δὲν ἀχνίζει,
καὶ λαγαρὸς κι ἀσάλευτος ὁ ἀγέρας τοῦ ἐλαιώνα·
μηδὲ καπνίζουνε οἱ ἐλιὲς μίαν ἄχνη πρὸς τὸν ἥλιο. 10
Καὶ λὲς ποὺ χύθη ἡ θάλασσα τὴ νύχτα μὲς στὸν κάμπον
ἀπ᾿ τὸ μαγιάτικο βοριά, καὶ πάλε πίσω ἐσύρτη,
τὴν πεταλούδα ἐπλάνεψεν ἀπ᾿ τοὺς ἀφροὺς ἀπάνω...
K᾿ ἐγὼ στὸ κύμα εἶχα λουστεῖ τὴ χαραυγή, κ᾿ ἐκύλα
γλαυκὸ στὴ φλέβα τὸ αἷμα μου σᾶ μὲς στὰ δέντρα, κ᾿ ἦταν
ὁ νοῦς μου ὡς ἀνθισμένη ἐλιὰ ποὺ ἀπ᾿ τὸν καρπὸ ἀλαφρώθη
κι ἀφρίζει ἀνθὸν ἀνάλαφρο στὶς πελαγίσιες αὖρες...
K᾿ ἡ γλαυκομάτα, στὸ γιαλὸ ποὺ ἀργὴ μ᾿ ἀκολουθοῦσεν,
ἐρώτησε, γυρίζοντας τὴν κεφαλὴ ἀπ᾿ τὸ κύμα:
«Ἀλήθεια ἀναγελάσανε τὴ γλαύκα οἱ χελιδόνες, 20
τὴ γλαύκαν ὁποῦ ἀπόμεινε στὸ μέγα φῶς τῆς μέρας
καὶ χαμοπέταγε βουβὴ ἀπάνω ἀπὸ τ᾿ ἀμπέλια,
ποῦ καὶ σκυλὶ θὰ βάβιζε τὸ χαμηλό της ἴσκιο;
Ἀλήθεια ἀναγελάσανε τὴ γλαύκα οἱ χελιδόνες
μὲ τὶς χελιδονίσιες τοὺς χαρὲς στὶς κρύες τὶς αὖρες·
ἀπὸ μπροστά τῆς διάβαιναν, μὲ τὸ φτερὸ τὴ ῾γγίζαν,
καὶ μὲ συρτοὺς κελαηδισμοὺς ψηλὰ τὴν ἀναπαίζαν;»

K᾿ ἐφαίνονταν λευκὴ ἡ ὀργὴ στὸ μέτωπο τῆς Γλαύκης,
τῆς Ἀθηνᾶς πὼς τὸ ἱερὸ πουλὶ καταφρονέθη!
K᾿ ἐγώ, ποὺ τὸ εἶδα, ἀπάντησα τὸν ἀλαφριό μου λόγο: 30

Κι ἂν λαχανιάζει ὁ κόρακας, γελάει κ᾿ ἡ χελιδόνα,
πάντα ἡ ἐλιὰ θά ῾ναι ἱερή, καὶ στὸν αἰώνα ἡ γλαύκα
μαζὶ μ᾿ ἐμᾶς θὲ νὰ κοιτάει στυλὰ τὶς θεῖες ἑσπέρες... 33
(ἀπὸ τὸ Λυρικὸς Βίος, A´, Ἴκαρος 1965)


--------------------------------------------------------------------------------

Ραψῳδίες τοῦ Ἰόνιου. Τὸ Διάβα τοῦ Ἐλαιῶνα
Στὸν Ἰόνιο διάπλατο γιαλὸ διαβήκαμε, περνώντας
τὸν ἐλαιώνα, ἀγαπητό της Ἀθηνᾶς καὶ πλήθια
σὲ ἴσκιους βαθύ, σὰν πέλαγο, καὶ ἀχὸ μὲ τοὺς ἀνέμους.
Καὶ ταξιδέψαμε τὸ νοῦ καὶ τὸ κορμὶ στοὺς ἴσκιους,
ἀνάμεσ᾿ ἀπὸ λούλουδα κι ἀπὸ εὐωδιές, καθένας
στὴν ἁρμονία σὰ σὲ ραβδὶ ἀγριλίδας ζυγιασμένος.
K᾿ οἱ σαῦρες, φωτοπράσινες, ποὺ δίπλα ἀπὸ τὴ ρίζαν
ἐκοίταγαν ἀσάλευτες στὸν ἥλιο, καὶ τὰ φίδια,
σὰ γητεμένα ὅλα βαθιὰ τῆς ἁρμονίας μας ἦταν,
καὶ τὸ ραβδί μου ὡς πιστικοῦ, τὸ φίδι νὰ πατήσει 10
δὲ σηκωνόνταν, στὸ μακρὺ τοῦ κάμπου μονοπάτι,
μὰ ὡς σὲ κλαδὶ λογίζομουν νὰ τυλιχτεῖ πὼς θά ῾ρτει...
K᾿ ἡ Γλαύκη πρώτη τη σιωπὴν ἔκοψε, πρώτη, ὡς ὅταν
κόβεις ψωμὶ κριθάρινο, στὴ μέση, ἀπὰ στὸ γόνα,
καὶ ἡ εὐωδιά του ξεχειλάει ἀγγίζοντας τὴ φρένα.
Τέτοια καὶ ἡ Γλαύκη ἐμίλησε, πού ῾χε γλυκὰ εὐωδιάσει
μὲ λιόφυλλο τὸ στόμα της κ᾿ ἐλούστη μὲ τὰ φύλλα
καὶ τὸν ἀνθὸ τῆς λυγαριᾶς στὰ χέρια καὶ στὰ χείλα.
Καὶ φούσκωνέ μας ἡ σιωπὴ τὰ στήθη, ὡσὰν τὴν πείνα.
Μὰ ἦταν κι ὁλόδροση ἡ φωνή, νὰ συγκερνάει τὴ δίψα, 20
σὰν τὸ ψωμὶ ποὺ πότισες σὲ κρύας πηγῆς τὴ φλέβα.
Καὶ τὰ μαλλιὰ τὴ σκέπαζαν, ἂν τά ῾ριχνε, ὡς τὰ πόδια,
μὰ πάντα διαφαινόντανε τὸ μέτωπο, ὡς φεγγάρι
ποὺ φέγγει θεῖον ὁλημερίς, κι ἂς ἀνεβαίνει ὁ ἥλιος.
Καὶ μὲς στὸ νοῦ μου φάνταζε σὰν τὴ στερνὴ τὴν ψίχα
τοῦ δέντρου, ὡσὰν τ᾿ ὁλόχυμο μιανῆς φτελιᾶς μελούδι.

K᾿ εἶπεν ἡ Γλαύκη: «Ὁλονυχτὶς τὰ μάτια σου στὸν ὕπνο
σὰν ἄστρα σου ἀνοιγόκλειναν· καὶ λαγαρὰ εἶναι τόσο
ποῦ, νὰ τὰ ἰδῶ, στὸ μέτωπο τὴν ἀπαλάμη βάνω;»
K᾿ ἐγώ, ποὺ νόμιζα ἡ φωνὴ σὰν κλειστὸς κρίνος ποὺ ἦταν, 30
ἀπάντησα, καὶ νά, ἡ φωνὴ μέσα μου ἀνοίχτη ὡς κρίνος:

«T᾿ ἄστρι πληθαίνει μέσα μου, σὰν τὸ σπειρὶ στὸ ρόδι,
ὡς ἀναπεύω τὸ κορμὶ στοὺς ἄμμους τοῦ Ἰονίου.
Ἡ νύχτα ἀνοίγει ἀπ᾿ τὸ βαθὺ τὸν πόθο σὰν τὸ ρόδι,
καὶ μυρμηγκιάζει μέσα μου κι ὁλάκερο μ᾿ ἀγγίζει,
πώς, σὰ λουστῶ ἀπονύχτερα, μίαν ἀστραψιὰ ἀναβράει
τριγύρα ἀπὸ φωσφόρισμα - σὰ μέσα ἀπὸ τὸ γνέφι
ποὺ κουφοκαίει ἡ ἀστραπὴ - καὶ ποὺ σπιθίζει ἀκόμα
στὰ χέρια μου, στοὺς ὤμους μου, πάλε ὡς συρτῶ στοὺς ὄχτους...
Κι ἀνοίγουν ἀπονύχτερα τῶν ἄστρων τὰ μπουμπούκια, 40
κι ὅλη εὐωδὰ ἡ μαγιάτικη νυχτιὰ ἀπ᾿ τὰ τόσα ρόδα,
ἡ Ἀλετροπόδα σὰ φανεῖ κι ὡς βασιλέψει ἡ Πούλια.
Κι ὁ ὕπνος μου εἶν᾿ ἀνάλαφρος, καὶ φτάνει μου νὰ σειῶνται
τὰ βλέφαρα σ᾿ ἀνασασμὸ βαθὺ μαζὶ μὲ τ᾿ ἄστρα,
καὶ μόνο φτάνει μου νὰ πιῶ σὲ μιᾶς σιωπῆς τὴ φλέβα,
κι ἂς εἶναι ὡς νυχτολούλουδα τὰ μάτια μου ἀνοιγμένα...»
K᾿ ἡ ἄλλη, πρασινοΐσκιωτα ποὺ εἶχε τὰ μάτια, ἐσίγα·
κι ἀπὸ τὸ λόγον ἄγγιχτη φαινόντανε, καὶ πλήθια
ν᾿ ἀκούει ἂς ἀναγάλλιαζε, καθὼς τὰ πελαγίσια
πουλιὰ πού, ὡς λούζονται, γλιστρᾶ τὸ κύμα ἀπάνωθέ τους. 50
Μεγαλομάτα - κ᾿ ἔδειχνε πὼς σὲ βαθιὲς πεδιάδες
εἶχε ἀναπέψει τὴ ματιὰ καὶ σ᾿ ἁπλωτὰ ποτάμια,
γιὰ τοῦτο κι ἀργοσάλευτη σὰν τοῦ βοδιοῦ γυρνοῦσε,
πότε τὸ πέλαο δάμαζε, πότε τὸν κάμπον ὅλο...

Ἀλλ᾿ ὅπως ἐκατέβαινε σὲ τόση ἀγάπη ὁ ἥλιος,
στὸ κύμα ὡς ἐλουστήκαμε καὶ βγήκαμε στὴν ἄκρη,
σὰ γλαῦκες ἐκοιτάζαμε τὴ σιωπηλὴν ἑσπέρα...
K᾿ ἐγώ, βαθιά μου πὄνιωθα πὼς δὲν πεθαίνει ἡ μέρα,
στῆς σιωπηλῆς ἀκούμπησα τὸν κόρφο, καὶ στὴν ἄλλη
τὰ πόδια ἀκούμπησα. Βαθιὰ ἐλογίζομουν, σὰ νά ῾χα
στὸν ἥλιο τὰ ποδάρια μου, στὸν ἴσκιο τὸ κεφάλι... 61

(ἀπὸ τὸ Λυρικὸς Βίος, A´, Ἴκαρος 1965)
--------------------------------------------------------------------------------

Ραψῳδίες τοῦ Ἰόνιου. Τύμβος
Στὴν πλάκα ἀρχαία, καὶ τὸ σκυλὶ τὸ χῶμα ἀναρωτοῦσε,
λαγωνικὸν ἀνάγλυφο σὰν τὸ φτενὸ φεγγάρι.
Ὀρτὸς μὲς στὸν ἀνάλαφρο σὰν καταχνιὰ χιτώνα,
ὁ νέος ἐστύλωνε νεκρὸς τὰ μάτια ἀπ᾿ τὴ γαλήνη
τῆς πλάκας στὴν ἀπέραντη γαλήνη τοῦ θανάτου,
καὶ τὰ ματόκλαδα ἀνοιχτὰ στὸν αἰώνιον εἶχε ξύπνο.
Ἀποκοιμήθη τὸ παιδί, στὰ πόδια του, ἀπ᾿ τὸ κλάμα·
τῆς νιοσκαμμένης ἡ εὐωδιὰ τῆς γῆς, ἐσίγασέ του
τὸ ἀνεβρυτὸ παράπονο, κ᾿ ἡ ἀπέραντη ἠρεμία.
Γυρτὸς τὸ χῶμα ἐρώταγε καὶ τοῦ παιδιοῦ ὁ πατέρας. 10
Ἀλλὰ ὁ νεκρός, στὸν ἀλαφριὸ σὰν καταχνιὰ χιτώνα,
τὰ μάτια του ἄφηνε βαθιὰ στὴν ἄβυσσο, σὰ μάτια
ποῦ ἀπάνω ἀλησμονήθηκαν στὸ ἡμερινὸ φεγγάρι...
Συχνὰ καὶ τὰ ματόκλαδα, μέσα στὸν αἰώνιο ξύπνο,
μοῦ ἀνοίγονται μερόνυχτα, καὶ μήτε συναλλάζει
τὸ ρίπισμα ποὺ παγερὰ βουνίσια μύρα ἁπλώνει,
κ᾿ ἡ ἀνάσα χλιά, σὰν τὴ βουβὴ πλατιὰ ἀστραπὴ τοῦ Μάη,
ἀπὸ λιβάδια ἂν ἔρχεται ἡ ἀπὸ γιαλὸ ἁπλωμένο...

Δίχως ἀγώνα μὲ καλοῦν οἱ ἀνήφοροι τὴ νύχτα.
Τὸ δρόμο κόβω ἀνάμεσα σὲ ξαῖθρες καὶ ἴσκιους, κ᾿ εἶμαι 20
σὰν τὸ πουλί, ἀρμενίζοντας μεσουρανὶς ποὺ φεύγει,
κι ὡς βούλεται ὕπνο, λάμνοντας, ἀνάερον ἀναπεύει.
Ἀλλὰ ὁ ἀπόγειος ἄνεμος, ποὺ ἀπὸ λαγκάδια χύνει,
χύνει ἀπὸ ξάστερες κορφὲς - καὶ στὴ βαθιὰ ἠρεμία
ἀχεῖ ὡς ἀγέρας τοῦ πελάου στῶν καραβιῶν τὰ ξάρτια,
ὡσὰν ἀποβροχάρικη βροντὴ κυλάει στὰ νέφη,
ποὺ στὰ φαράγγια ἀχεῖ διπλά, βογκάει καὶ στὰ ποτάμια -
σμίγει, ὡς γαλήνιο πέλαγο στρωτό, τὸ φῶς τῶν ἄστρων,
ὡσὰν τῆς λύρας τὶς χορδὲς ποὺ ὡς τὶς ρυθμίσει χέρι
ριπίζονται ὅλες, ἕνα φῶς, καὶ δὲ χωρίζουν ἄλλο. 30
Ὀρτὸς μὲς στὸν ἀνάλαφρο σὰν καταχνιὰ χιτώνα,
σὰν ὁ νεκρός, τὰ μάτια μου στυλώνω ἀπ᾿ τὴ γαλήνη
τῆς νύχτας στὴν ἀπέραντη θαμπὴ γαλήνη τοῦ ὄρθρου,
καὶ τὰ ματόκλαδα ἀνοιχτὰ στὸν αἰώνιο ἔχω ξύπνο.
Καὶ γαλαζώνει, ξώδερμη, στὰ χέρια ἀπάνω ἡ φλέβα,
σὰν τοῦ νεκροῦ θαμπωτικιά, καὶ στὰ μηλίγγια ἀπάνω,
γλαυκὴ σὰν τ᾿ αὐγινὰ βουνά, ποὺ ὡς φεύγεις τόσο ἀχνίζουν,
φέγγουν βαθιὰ τὴν ἄβυσσο στὸ λογισμὸ τοῦ ἀνθρώπου...
Κι ἄκουσε, ἀπάνω ἀπ᾿ τὴ στρωτὴ γαλήνη τοῦ πελάγου,
τοῦ γλάρου τὸ παράπονο μακριὰ ποὺ ταξιδεύει 40
κι ἀπ᾿ τὶς ἐλιὲς ἐγλίστρησεν ἀπάνω, ἐδιάβη δίπλα
στ᾿ ἀναπαμένα τὰ βουνὰ ποὺ ἡ θάλασσα ἀντιφέγγει.
K᾿ οἱ γλαῦκες ἐσυρτήκανε μὲς στὶς ἐλιὲς ποὺ ἀκόμα
κοιμῶνται ἀνάλαφρο ὕπνωμα, τὸ λάδι ὡς ἀνεβαίνει
στ᾿ ἀνεβρυτά τους τὰ κλαριά, ὕπνο νοητὸ ποὺ ὁ γκιώνης
ἀπ᾿ τὴν μίαν ἄκρη ἐρύθμισε τοῦ κάμπου ὦσμε τὴν ἄλλη...

Ἀνανογήθη ὁ ἄνθρωπος μὲς στὸ βαθὺ τὸν ὕπνο
τὸ πρῶτο πῶς ἐλάλησε τζιτζίκι μὲ φεγγάρι;
Κι ὡς ἄνθρωπος τὴν ἀγκαλιὰ ποὺ ἀφῆκε τῆς γυναίκας,
γιατ᾿ ἦταν δίκαι᾿ ἡ πείνα του καὶ ἡ δίψα τοῦ θανάτου, 50
γιατ᾿ ἦταν κάμπος ἄθερος πού, ὡς σκύβουν του τ᾿ ἀστάχυα
ἀνατριχιάζοντας βαθιὰ στὸ ρίπισμα τῆς αὔρας
ποὺ σὰ δρεπάνι ἀθώρητο πετάει ἀπάνωθέ του,
τὸ θεριστὴν ἐπόθησε ποὺ θὲ νὰ θέριζέ του
τὴν παπαρούνα σύρριζα μὲ τὸ μεστὸ τ᾿ ἀστάχυ
- ὅμοια κι αὐτὸς τὴν ἀγκαλιὰ γυναίκεια ἐπόθησέ τη.
Κι ἀλάφρωσε τὸ γαῖμα του, καὶ δρόσισέ του ἡ φλέβα,
καὶ σιωπηλός, ὡς αἰώνιος, γλυκὸς τὸν πῆρε βύθος,
καὶ χύθη μέσα του, βαθιὰ πολύ, τῆς γῆς τὸ πνέμα·
στὰ διάφωτα ματόφυλλα τοῦ γλίστραε τὸ φεγγάρι 60
ὡσὰν ἀπ᾿ ἀνοιξιάτικα νέφια μπροστά, καὶ τ᾿ ἄστρα
σὰ δάκρυ᾿ ἀπὸ τὰ μάτια του ξαλάφρωναν τὸ νοῦ του,
κι ὡς φύλακες τὰ γαληνὰ βουνὰ μακρὰ ἔνιωθέ τα·
δὲ συνορίζονταν ὁ νοῦς καὶ τὸ κορμὶ τοῦ ἀνθρώπου·
ἀπάνωθέ του εἶχε χαθεῖ τοῦ θεριστῆ κι ὁ ἴσκιος,
κι ὡς μὲ τὴ ράχη ἀνάπευε δὲν ἔβλεπε ἕνα γνέφι,
ἀλλὰ εἶδεν ἄσωτους βυθοὺς στὸ ἀργὸ βλεφάρισμά του
- ὅμοια κ᾿ ἐγὼ τὰ μάτια μου στὸν αἰώνιο μέσα ξύπνο
ἔχω ἀνοιγμένα διάπλατα καί, ὀρτός, ψηλὰ τ᾿ ἀφήνω,
φέγγω βαθιὰ τὰ μέσα μου καὶ τὰ βουνὰ ἀντιφέγγω... 70
Μέσα μου φέγγουνε ἄσβηστα καὶ τὰ γλαυκά σου μάτια.
Ἄθερος κάμπος καὶ πλατὺς ποιὸς σὰν ἐμένα εὑρέθη;
Μηδὲ τὰ στάχυα μὄσπειρεν ἀνθρώπινο ἕνα χέρι·
μὲ τὴ σιγὴ τὰ θέρισες καὶ μὲ τὴν καλοσύνη.
Κι ἂν κάποτε τὰ μάτια σου μὲ βλέπουνε, σὰ μάτια
ποὺ ἀπάνω ἀλησμονήθηκαν σὲ σιωπηλὸ ποτάμι,
κι ὡς ἀκλουθᾶν τὰ ρέματα, τὸ κλάμα ἀργὰ ἀνεβαίνει
- τὰ μάτια φεύγουν ἀπὸ μὲ κι ἀκολουθᾶν τὸ ρέμα-
σκυμμένα δὲν ἀναρωτοῦν γιὰ μὲ τὴ γῆ, ποὺ πέφτει
ἡ σκιά μου ὡς ἀνοιξιάτικου συννέφου ἀπάνωθέ σου, 80
καὶ τὸ χαμόγελο ὡς βουβὴ πλατιὰ ἀστραπὴ τοῦ Μάη·
ὡς τὴν καρδιά σου ἀπ᾿ τὸ θαμπὸ τὸν ἴσκιο τοῦ θανάτου
σοῦ ἀλάφρωσα, καὶ τὸ αἷμα σου στὴ φλέβα ρέει σὰ λάδι,
γαληνομέτωπη, κοιτᾶν τὰ μάτια σου ὡσὰ μάτια
π᾿ ἀλησμονήθηκαν ψηλὰ στὸ ἡμερινὸ φεγγάρι!

(ἀπὸ τὸ Λυρικὸς Βίος, A´, Ἴκαρος 1965)

Ραψῳδίες τοῦ Ἰόνιου. Ἀπόσπασμα
Τὸ διπλοπόδι ὁ γέροντας, μπροστά μας ἐτραγούδα
τὰ λυγερὰ καὶ τὰ πλατιὰ τραγούδια τῆς Ἠπείρου.
Τὰ ἑκατὸ χρόνια δείχνονταν σοφὰ στὸ σάλεμά του,
ἀργὸ σὰ τὸ ξεκούρασμα τοῦ ἀϊτοῦ σὲ δυὸ φτεροῦγες.
Πλάκα τὸ χέρι τὸ ζερβὶ καὶ χάραζε μὲ τ᾿ ἄλλο,
στορώντας πῶς ἐξόμπλιασεν ἡ κόρη τὸ μαντίλι,
ἀργὸν-ἀργό, τὸν ἄγραφον αλαφρωμενο νόμο,
κατὰ πῶς γράφει ἡ θάλασσα μὲ τὸ φτερὸ τ᾿ ἀνέμου
ἀπάνω σ᾿ ἁπλωτὸ γιαλὸ πού ῾χει ψιλὸ τὸν ἄμμο...

Στὴ Μαρία Πολυδούρη
Μὴ στοχαστεῖς πὼς ἦρτα ἀργὰ κοντά σου. Εἶναι κρυφὸς
ὁ δρόμος μου καὶ δὲν τὸν ξέρουν οἱ ἄλλοι.
καὶ χρόνια τώρα, ἀνήξερά Σου, εἶμαι γιὰ Σένα ὁ ἀδερφός,
ὁποὺ Σοῦ σιάζει μυστικὰ τὸ προσκεφάλι...

Κι᾿ ἂν ἀπ᾿ τὴν ὄχτη φαίνεται πὼς ἔρχομαι, ὅπου τὴ νευρὴ
τῶν τόξων μου τανύζω
μὲ πεῖσμα, ἐνάντια στὴν ὀκνιὰ ποὺ μὲ κυκλώνει τὴ μιαρή,
μὰ ἀληθινά, γυρίζω

ἀπὸ τὴν ὄχτην ὅπου ἀνθοῦν οἱ θεῖοι μονάχα ἀσφοδελοὶ
κι᾿ ὅπου σαλεύει μόνο
ὅποια μορφὴ ἀναδύθηκε γιὰ μένα ὡς πλέρια ἀνατολὴ
μέσ᾿ ἀπ᾿ τὸν τέλειο πόνο...

Ἐκεῖθεν᾿ ἔρχομαι σ᾿ Ἐσέ, ποὺ ὁ θάνατός μου κ᾿ ἡ ζωὴ
διπλό μου φέγγει ἀστέρι.
μὰ γίνοντ᾿ ἕνα μέσα μου καὶ τὰ τυλίγει μία πνοὴ
σὰ Σοῦ κρατῶ τὸ χέρι,

καὶ συλλογιέμαι πὼς δὲν ἦρτα ἀργὰ κοντά Σου (μὲ τὸ φῶς
ἢ τὸ σκοτάδι ἂν πρόλαβα), τί φτάνω ἀπ᾿ τ᾿ ἀκρογιάλι
αὐτῶν ποὺ μ᾿ ἑτοιμάσανε νὰ Σοῦ ῾μαι ὁ ἄξιος ἀδερφός,
καὶ νά ῾μαι πλάι Σου πάλι...

Στ᾿ Ὅσιου Λουκᾶ τὸ Μοναστήρι
(1935)

Στ᾿ Ὅσιου Λουκᾶ τὸ μοναστήρι, ἀπ᾿ ὅσες
γυναῖκες τοῦ Στειριοῦ συμμαζευτῆκαν
τὸν Ἐπιτάφιο νὰ στολίσουν, κι ὅσες
μοιρολογῆτρες ὥσμε τοῦ Μεγάλου
Σαββάτου τὸ ξημέρωμα ἀγρυπνῆσαν,
ποιὰ νὰ στοχάστη - ἔτσι γλυκὰ θρηνοῦσαν! -
πώς, κάτου ἀπ᾿ τοὺς ἀνθούς, τ᾿ ὁλόαχνο σμάλτο
τοῦ πεθαμένου τοῦ Ἄδωνη ἦταν σάρκα
ποὺ πόνεσε βαθιά;
Γιατὶ κι ὁ πόνος
στὰ ρόδα μέσα, κι ὁ Ἐπιτάφιος Θρῆνος,
κ᾿ οἱ ἀναπνοὲς τῆς ἄνοιξης ποὺ μπαίναν
ἀπ᾿ τοῦ ναοῦ τὴ θύρα, ἀναφτερώναν
τὸ νοῦ τους στῆς Ἀνάστασης τὸ θάμα,
καὶ τοῦ Χριστοῦ οἱ πληγὲς σὰν ἀνεμῶνες
τοὺς φάνταζαν στὰ χέρια καὶ στὰ πόδια,
τὶ πολλὰ τὸν σκεπάζανε λουλούδια
ποὺ ἔτσι τρανά, ἔτσι βαθιὰ εὐωδοῦσαν!

Ἀλλὰ τὸ βράδυ τὸ ἴδιο τοῦ Σαββάτου,
τὴν ὥρα π᾿ ἀπ᾿ τὴν Ἅγια Πύλη τὸ ἕνα
κερὶ ἐπροσάναψε ὅλα τ᾿ ἄλλα ὡς κάτου,
κι ἀπ᾿ τ᾿ Ἅγιο Βῆμα σάμπως κύμα ἁπλώθη
τὸ φῶς ὦσμε τὴν ξώπορτα, ὅλοι κι ὅλες
ἀνατριχιάξαν π᾿ ἄκουσαν στὴ μέση
ἀπ᾿ τὰ «Χριστὸς Ἀνέστη» μίαν αἰφνίδια
φωνὴ νὰ σκούξει: «Γιώργαινα, ὁ Βαγγέλης!»
Καὶ νά· ὁ λεβέντης τοῦ χωριοῦ, ὁ Βαγγέλης,
τῶν κοριτσιῶν τὸ λάμπασμα, ὁ Βαγγέλης,
ποὺ τὸν λογιάζαν ὅλοι γιὰ χαμένο
στὸν πόλεμο· καὶ στέκονταν ὁλόρτος
στῆς ἐκκλησιᾶς τὴ θύρα, μὲ ποδάρι
ξύλινο, καὶ δὲ διάβαινε τὴ θύρα
τῆς ἐκκλησιᾶς, τὶ τὸν κοιτάζαν ὅλοι
μὲ τὰ κεριὰ στὸ χέρι, τὸν κοιτάζαν,
τὸ χορευτὴ ποὺ τράνταζε τ᾿ ἁλώνι
τοῦ Στειριοῦ, μιὰ στὴν ὄψη, μιὰ στὸ πόδι,
ποὺ ὡς νὰ τὸ κάρφωσε ἦταν στὸ κατώφλι
τῆς θύρας, καὶ δὲν ἔμπαινε πιὸ μέσα!

Καὶ τότε - μάρτυράς μου νά ῾ναι ὁ στίχος,
ὁ ἁπλὸς κι ἀληθινὸς ἐτοῦτος στίχος -
ἀπ᾿ τὸ στασίδι πού ῾μουνα στημένος
ξαντίκρισα τὴ μάνα, ἀπ᾿ τὸ κεφάλι
πετώντας τὸ μαντίλι, νὰ χιμήξει
σκυφτὴ καὶ ν᾿ ἀγκαλιάσει τὸ ποδάρι,
τὸ ξύλινο ποδάρι τοῦ στρατιώτη,
- ἔτσι ὅπως τὸ εἶδα ὁ στίχος μου τὸ γράφει,
ὁ ἁπλὸς κι ἀληθινὸς ἐτοῦτος στίχος -,
καὶ νὰ σύρει ἀπ᾿ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς της
ἕνα σκούξιμο: «Μάτια μου… Βαγγέλη!»
Κι ἀκόμα, - μάρτυράς μου νά ῾ναι ὁ στίχος,
ὁ ἁπλὸς κι ἀληθινὸς ἐτοῦτος στίχος -,
ξοπίσωθέ της, ὅσες μαζευτῆκαν
ἀπὸ τὸ βράδυ τῆς Μεγάλης Πέφτης,
νανουριστά, θαμπὰ γιὰ νὰ θρηνήσουν
τὸν πεθαμένον Ἄδωνη, κρυμμένο
μὲς στὰ λουλούδια, τώρα νὰ ξεσπάσουν
μαζὶ τὴν ἀξεθύμαστη τοῦ τρόμου
κραυγὴ πού, ὡς στὸ στασίδι μου κρατιόμουν,
ἕνας πέπλος μοῦ σκέπασε τὰ μάτια!…

(ἀπὸ τὸ Λυρικὸς Βίος, E´, Ἴκαρος 1968)
σημ. ἱστοχώρου: Διαφωνία περὶ Ἀδώνιδος κλπ.


Τὸ Πρωτοβρόχι
Σκυμμένοι ἀπὸ τὸ παραθύρι...
Καὶ τοῦ προσώπου μας οἱ γύροι
ἡ ἴδια μας ἤτανε ψυχή.
Ἡ συννεφιά, χλωμὴ σὰ θειάφι,
θάμπωνε ἀμπέλι καὶ χωράφι·
ὁ ἀγέρας μέσ᾿ ἀπὸ τὰ δέντρα
μὲ κρύφια βούιζε ταραχή·
ἡ χελιδόνα, μὲ τὰ στήθη,
γοργή, στὴ χλόη μπρὸς-πίσω ἐχύθη·
κι ἄξαφνα βρόντησε, καὶ λύθη
κρουνός, χορεύοντα ἡ βροχή!
Ἡ σκόνη πῆρ᾿ ἀνάερο δρόμο...
K᾿ ἐμεῖς, στῶν ρουθουνιῶν τὸν τρόμο,
στὴ χωματίλα τὴ βαριὰ
τὰ χείλα ἀνοίξαμε, σὰ βρύση
τὰ σπλάχνα νὰ μπεῖ νὰ ποτίσει
(ὅλη εἶχεν ἡ βροχὴ ραντίσει
τὴ διψασμένη μας θωριά,
σὰν τὴν ἐλιὰ καὶ σὰν τὸ φλόμο).
κι ὁ ἕνας στ᾿ ἀλλουνοῦ τὸν ὦμο
ρωτάαμε: «T᾿ εἶναι πὄχει σκίσει
τὸν ἀέρα μύρο, ὅμοιο μελίσσι;
Ἀπ᾿ τὸν πευκιὰ τὸ κουκουνάρι,
ὁ βάρσαμος ἢ τὸ θυμάρι,
ἡ ἀφάνα ἢ ἡ ἀλυγαριά;»
Κι ἄχνισα - τόσα ἦταν τὰ μύρα -
ἄχνισα κ᾿ ἔγινα ὅμοια λύρα,
ποὺ χάϊδευ᾿ ἡ ἄσωτη πνοή...
Μοῦ γιόμισ᾿ ὁ οὐρανίσκος γλύκα·
κι ὡς τὴ ματιά σου ξαναβρῆκα,
ὅλο μου τὸ αἷμα ἦταν βοή!...
K᾿ ἔσκυψ᾿ ἀπάνω ἀπὸ τ᾿ ἀμπέλι
ποὺ ἐσειόνταν σύφυλλο, τὸ μέλι
καὶ τ᾿ ἄνθι ἀκέριο νὰ τοῦ πιῶ·
- βαριὰ τσαμπιὰ καὶ οἱ λογισμοί μου,
βάτοι βαθιοὶ οἱ ἀνασασμοί μου -
κι ὅπως ἀνάσαινα, ἀπ᾿ τὰ μύρα
δὲ μπόρεια νὰ διαλέξω ποιό!
Μὰ ὅλα τὰ μάζεψα, τὰ πῆρα,
καὶ τά ῾πια, ὡσὰν ἀπὸ τὴ μοίρα
λύπη ἀπροσδόκητη ἢ χαρά.
Τά ῾πια· κι ὡς σ᾿ ἄγγιξα τὴ ζώνη,
τὸ αἷμα μου γίνηκεν ἀηδόνι,
κι ὡς τὰ πολύτρεχα νερά!


(ἀπὸ τὸ Λυρικὸς Βίος, Β´, Ἴκαρος 1968)


ΤΡΕΧΑΝΤΗΡΑ
Καταμεσὶς ἀνέμου ἡ τρεχαντήρα,
μὲ τὰ πανιά της τόξα τεντωμένα,
τοῦ διακιοῦ τὴ στερνὴν ἐπῆρε γύρα
στὰ γαλανὰ βουνὰ τὰ γυμνωμένα...

Κι ὁ αἰθεροδρόμος βόγγος ποὺ ῾πλημμύρα
στὰ ξάρτια, στὰ πρυμνήσια, στὴν ἀντένα
-δελφίνια παρατρέχαν ὁλοένα-
τὴν ἔκρουε μὲς στὸ κύμα, ὁλόρτη λύρα!

Δίκοπη σπάθα ξέσκιζε ἡ καρίνα...
Κι ὁ ἀφρὸς στὴ πρύμνα, χώριος σὲ δυὸ κρίνα,
τῶν σταλιῶν ἀνατίναζε τὸ σεῖστρο...

Σὰν μ᾿ ἕνα «λάσκα!» -ὁ ἥλιος μεσουράνει-
στῶν Σαλώνων ἐμπῆκε τὸ λιμάνι
μὲ τὸν καταμεσήμερον μαΐστρο!

Ὕμνος Στὸν Ἑωσφόρο Τὸ Ἄστρο
Ἦρτε γυναίκα ἀπ᾿ τὰ βουνά, σκιρτώντας
σὰν ἀλαφίνα, σειώντας τὰ μαλλιά της
σὰ νέο λιοντάρι καὶ στὴν ἀγκαλιά της,
σὰ μὲ ψηλὸ κρατώντας τη ζωνάρι,
σὲ μυστικὸ κανίσκι, τὴ καρδιά της,
ἦρτε γυναίκα πού ῾χε στὴ ποδιά της,
σὰ τὸ μαυροαίματο λαγὸ ποὺ τρέμει
κι ἀπό ῾να φύλλο, τὴν ἀποθυμιά της
κι ἦρτε σ᾿ ἐμὲ ὁλόϊσα, σὰν οἱ ἀνέμοι
στὸ μοναχὸ τὸ δέντρο, ποὺ βιγλίζει
τεράστιο σὲ κορφὴ καὶ συνορίζει
τὰ σύμπαντα καὶ ξάφνου βοὴ νὰ γέμει
προφητικὴ τὸν οὐρανὸν ἀρχίζει
κι ἦρτε καὶ μ᾿ ηὗρε κι ὅταν πλημμυρίζει
ποτάμι, στὴν ὀχτιά του, τὸ πλατάνι
τὸ δυνατὸ καὶ γύρα του, ἀφρισμένο,
μετράει τὴ δύναμή του καὶ τὸ κάνει
νὰ σαλεύει ἀπ᾿ τὴ ρίζα, εὐτυχισμένο,
ἦρτε ἡ γυναίκα ποὺ προσδόκαα τώρα
-κι ἀνήξερα- καιρό, κρυφά, μονάχος,
στὴ κορυφὴ τοῦ πόθου μου σὰ βράχος
κι ἦρτε γιὰ πάντα κι ἦρτε σὰν ἡ μπόρα...

Ὕμνος τοῦ μεγάλου Νόστου
1939

Νυχτιὲς ἀφέγγαρες ― κρυφέ της μοίρας μου ἀρραβώνα·
πιὸ σκοτεινὰ βουνά,
ποὺ πρωτοδιάβαινα βουβὸς τ᾿ ἀμπέλια, ὦσμε τὸ γόνα
κι ὡς τὸ λαιμὸ τρανά·

ποὺ διάβαινα, ὅλο διάβαινα, σὰν ἡ σιγὴ εἶχε πέσει
στὰ ξύλα τοῦ δρυμοῦ,
ὡσὰν ἀλάφι θεόρατο ποὺ κολυμπάει στὴ μέση
μεγάλου ποταμοῦ...
Ἄ, ποιὸ παλμὸν ἀκοίμητο τὰ φρένα μου ἐσηκῶνα
στὰ τρίσβαθα τοῦ νοῦ,
μὲ τὴ βουβή τους μίμηση μπρὸς στὴν βουβὴν εἰκόνα
τοῦ κάταστρου οὐρανοῦ!

Ὄλυμπος πιὰ χεροπιαστὸς τριγύρα μου εἶχε ἀνθίσει,
καί, λάτρα σιωπηλή,
σ᾿ ὅλα τὰ μέλη μου ἄστραφτε τὸ μυστικὸ μεθύσι
μιὰ κρύφια ἀνατολή...
Ἄγρυπνη βίγλα ἐκράταγε, πολὺ ψηλὰ ἀναμμένη,
τοῦ πόθου ἡ μαντικὴ
φωτιά, καὶ γύρα μία γενιὰ θεῶν συμμαζεμένη
μὲ κοίταε σκεφτική...

Σὰν ἄλικη ἡ πανσέληνο στὰ κορφοβούνια ἀπάνω
προβαίνει ἀργή, τρανή,
στὸ πορφυρὸν εἰκόνισμα τοῦ πόθου μου τὸ πλάνο
βαφόνταν οἱ οὐρανοί.
Καὶ πίσω ἀπὸ τ᾿ ἀπάντεχον, ἀθλητικὸ ὄργιό του,
ποὺ νίκαε τὸν καιρό,
σὰν ἱερέας σιωπηλὰ ποὺ σέρνει τὸ σφάγιό του,
κι ὡς πρῶτος στὸ χορό

ποὺ ἀπὸ ξοπίσω του τραβάει πολλοὺς ― παρόμοια, ἀκέρια
σὰ νά ῾σερνα φυλή,
ἀπ᾿ τοὺς πρωτόφαντους θεοὺς κι ἀπὸ τὰ πρῶτα ἀστέρια
τηρώντας ἐντολή,
στὸ στρῶμα ποὺ φουντώνανε τῆς γῆς τὰ ὀλύμπια μύρα
πῶς ἔσερνα μὲ ὁρμὴ
μὲς στὰ σκοτάδια, ὡς ὁ τυφλὸς π᾿ ἀδράζεται ἀπ᾿ τὴ λύρα,
το ἐρωτικὸ κορμί!...

*
Νυχτιὲς ἀφέγγαρες, θερμὸ ποὺ μὲ γεμίσατε αἷμα,
καὶ πλούσιο, μαντικὸ
τὸ πνέμα μου στεριώσατε ― ἀλύγιστο ἕνα ρέμα,
βαθύ, πολεμικὸ ―
καὶ στὴν ψυχή μου θρέψατε τοὺς στοχασμούς, ὡς θρέφει
σὲ θεία κληματαριὰ
ἡ ἁδρὴ ἀπονύχτερη δροσιὰ τσαμπιὰ τρανὰ σὰ βρέφη,
πανώρια καὶ βαριά!

K᾿ ἐσύ, παλμέ, ποὺ ἀκοίμητο τὰ φρένα μου ἐσηκῶνα
στὰ τρίσβαθα τοῦ νοῦ,
κ᾿ ἐσὺ πυρρὴ π᾿ ἀνέμιζα τῆς πιθυμιᾶς μου εἰκόνα
στὴν ὄψη τ᾿ οὐρανοῦ·
τοῦ Ὀλύμπου πιά, σάμπως ληνὸ στὰ πόδια μου, τὸ τέρας
πατῶ τὸ μυστικό.
Ὅλος συρμένος ὁ Ἔρωτας στὶς φρένες μου, ὡς τὸ δέρας
τὸ μάγο στὴν Ἰωλκό!

Κυλᾶ φωτιὲς ὁ Ὠρίωνας· κι ὁ Δίας εἶν᾿ ἕνας θρόνος·
κ᾿ ἡ Πούλια εἶναι φωλιά·
μὰ ὁ μυστικὸς Διθύραμβος, ποὺ πιὰ δὲ ῾γγίζει ὁ Χρόνος,
τοῦ νοῦ μου ἡ ἀγκαλιά!
Νά· πυρωμένη μου ἡ καρδιά, τὸ μέτωπο, τὸ μάτι
ἐλεύτερο, οὐρανέ!
Πήγασος εἶν᾿ ἀσπέδιστος τοῦ λογισμοῦ μου τὸ ἄτι,
οἱ δρόμοι μου ἕνα Ναί,

τὴν ἄβυσσο ἄβυσσο καλεῖ, τὸ βάθος κι ἄλλο βάθος,
κι ἀδάμαστο, ἀλαφρό,
μέσα μου πλέον ἀμόνοιαστον ἐστοίχειωσε τὸ πάθος
ποὺ ἐσκίρτα στὸν ἀφρό...
Τοῦ Ὀλύμπου πιά, σάμπως ληνὸ στὰ πόδια μου, τὸ τέρας
θωρῶ τὸ μυστικό.
Ὅλος ἐσύρθη ὁ Ἔρωτας στὶς φρένες μου, ὡς τὸ δέρας
τὸ μάγο στὴν Ἰωλκό.

Ὑμέναιο νέο στὰ βάθη τους λογιάζω τώρα θὰ βρῶ,
σὰν ἤπια μονομιὰ
τῆς νύχτας ὅλο τὸ κρασὶ τὸ μυστικὸ καὶ μαῦρο
γιὰ μιὰν ἐπιθυμιά·
κι ὅλ᾿ ἡ φωτιὰ τῶν οὐρανῶν μου κύκλωσε, μοῦ κρύβει
τὸ πνέμα μου βουβό,
τί πιὰ μὲ κράζει ἀμείλιχτη τοῦ νοῦ μου ἡ πάνοπλη ἥβη
πρὸς τ᾿ ἄστρα ν᾿ ἀνεβῶ!

Κυλᾶ φωτιὲς ὁ Ὠρίωνας· κι ὁ Δίας εἶν᾿ ἕνας θρόνος·
κ᾿ ἡ Πούλια εἶναι φωλιά·
μὰ ὁ μυστικὸς Διθύραμβος, ποὺ πιὰ δὲ ῾γγίζει ὁ Χρόνος,
ἡ πλέρια μου ἀγκαλιά!
Τῶν ἄστρων ἔχει ἀπάνω μου τὸ περιβόλι γείρει,
κι ὁ κρύφιος λογισμός,
σάμπως μελίσσι χνουδωτὸ βαμμένον ἀπὸ γύρη,
ξεσπᾶ βαθιά μου ἑσμός...

Βροχὴ πεφτάστρια γύρα μου κι ἀδιάκοπα σταλάζει
τὸ ἀπέραντο γοργά·
κι ὅπως χορεύει πέφτοντας στὸ χῶμα τὸ χαλάζι
κι ὁ οὐρανὸς ὀργᾶ,
σὰν ἀπ᾿ τῆς λύρας τὶς χορδὲς ἀνάμεσα τὸ χέρι
φαντάζει ποὺ χτυπᾶ,
ὅμοια ἡ καρδιά μου ὁλάκερη μέσα σὲ κάθε ἀστέρι
σπαράζει κι ἀγαπᾶ!

*
Ὄργιο βαθύ! Στὸν πάγκοσμο παλμό σου, μὲς στὸ νέο
ποὺ γνώρισα κορμί,
στῆς δύναμής σου τὴν πηγὴ κατάβαθα ἀναπνέω
μ᾿ ἀνήκουστην ὁρμή,
κι ὡς κατεβαίνει ἀγνάντια μου, χωρὶς νὰ τὸ γυρεύω,
τὰ βάθη τ᾿ οὐρανοῦ
ὁ ἀρματωμένος Ἔρωτας, σκιρτῶ κι ἀντιχορεύω
μὲ τ᾿ ἄρματα τοῦ νοῦ!

Γιατὶ τὸ ξέρω· πιὸ βαθιὰ κι ἀπ᾿ τὸν πηχτὸν ἀστρόφως,
κρυμμένος σὰν ἀετός,
μὲ περιμένει, ἐκεῖ ποὺ πιὰ ὁ θεῖος ἀρχίζει ζόφος,
ὁ πρῶτος μου ἐαυτός...

(ἀπὸ τὸ Λυρικὸς Βίος, B´, Ἴκαρος 1966)

Χριστὸς Λυόμενος ἢ Ὁ Θάνατος τοῦ Διγενῆ
Ο ΛAΪKOΣ TPAΓOYΔIΣTHΣ KAI ΠAΛI MONAXOΣ
K᾿ ἔπειτα γίνηκε σιωπή.
Κανεὶς δὲν εἶχε τί νὰ πεῖ...
Μὰ ἀκούονταν σιγανὲς λαλιές,
σὰ νὰ τιτίβιζαν φωλιὲς
μέσ᾿ ἀπὸ δάση...
Μικρὸ διάλειμμα ὅπου τὰ ΠAΛIKAPIA παίζουν μόνα τους τοὺς ταμπουράδες.

Ο ΛAΪKOΣ TPAΓOYΔIΣTHΣ KAI ΠAΛI
Μὰ ὁ Μιχαήλ, πού ῾χε καρδιὰ
σὰν τὰ λιοντάρια ἢ τὰ παιδιά,
χρόνο τὸ χρόνο,
σὲ κάποια λόγια δολερὰ
πίστη χαρίζει καὶ φτερά,
καὶ τὸ μισὸ τοῦ δίνει θρόνο...
Κι ὡς ρώταγαν πολλοὶ «σὲ ποιόν;»,
παίρναν ἀπάντηση κρυφή:
TA ΠAΛIKAPIA OΛA MAZI
«Στὸ δολοφόνο!»

(ἀπὸ τὴ Θυμέλη, Γ´, Ἴκαρος 1975)

ᾨδὴ στὸ Μακρυγιάννη
Χαρὰ σὲ κειὸν ποὺ πρωτοσήκωσε
Ἀπ᾿ τὶς σκόνες σκεπασμένο, τὸ δίστομο σπαθὶ τοῦ λόγου σου
στὸν ἥλιο Μακρυγιάννη.
Κι᾿ ἀπάνω καὶ στὶς δυὸ πλευρὲς γραφή

Ἀπ᾿ τὴ μιά, τὰ λόγια αὐτά Σου χαραγμένα, στρατηγέ μας:
«Τὴ λευτεριά μας τούτη δὲν τὴν ἥβραμε στὸ δρόμο,
καὶ δὲ θὰ μποῦμε εὔκολα στοῦ αὐγοῦ τὸ τσόφλι,
γιατὶ δὲν εἴμαστε κλωσόπουλα, σ᾿ αὐτὸ νὰ ξαναμποῦμε πίσω,
μὰ ἐγίναμε πουλιὰ καὶ τώρα πιὰ στὸ τσόφλι δὲ χωροῦμε».

Κι᾿ ἀπ᾿ τὴ δεύτερη πλευρά, γραφὴ ἄλλη χαραγμένη:
«Ἀπάνω στὴν ἀλήθεια μου ἀκόμα καὶ τὸ θάνατο τὸν δέχομαι
τὶς τόσες φορὲς τὸν θάνατο ἐζύγωσα, ἀδερφοί μου καὶ δὲ μὲ πῆρε,
ποὺ γιὰ τοῦτο τὸ θάνατο καταφρονῶ,
κι ἀπάνω στὴν ἀλήθεια μου πεθαίνω».

Χαρὰ σὲ κειὸν ποὺ πρωτοσήκωσε ἀπ᾿ τὸ χῶμα αὐτὴν τὴ σπάθα
καὶ τέτοια διάβασε ἐπάνω της βαγγέλια.